Όχι δε μιλάω για το ποδόσφαιρο. Παρόλο που θα μπορούσα. (τσάμπα παίζουμε top eleven τόσα χρόνια;)

Μιλάω για τις άλλες ομάδες. Αυτή τη νέα μάστιγα της χαμένης επικοινωνίας.

Νέα; όχι και τόσο τελικά.

Αρχικά εμφανίστηκαν σαν ομαδικές αποστολές email όπου έτσι και έκανες ένα λάθος και πατούσες reply all, λάμβαναν όλοι την απάντησή σου και αν δεν το καταλάβαινες εγκαίρως γινόταν ένας ωραίος χαμούλης. Αυτό λύθηκε σε ένα σημείο, «κρύβοντας» τους υπόλοιπους παραλήπτες όταν φοβόσουν ότι κάποιος θα έκανε ΤΟ λάθος. Βέβαια, συνήθως οι ομαδικές αποστολές γίνονταν για να ανακοινώσεις κάποια πρόσκληση ή να ενημερώσεις για κάποιο γεγονός.

Στην εποχή του Facebook οι ομαδικές αποστολές γίνονταν κυρίως στις ευχές. Ιδιαίτερα στα πολύ συνηθισμένα ονόματα π.χ. Κωνσταντίνος και Ελένη, έγραφες μια ευχή, με 250 ονόματα tagαρισμένα και μετά τίγκαρε το σύστημα από απαντήσεις και κόντρα απαντήσεις και των 250 εορταζόντων καθώς και φίλων τους που έβρισκαν ευκαιρία να προσθέσουν το λιθαράκι – ευχούλα τους. Δεν κάνουμε δουλειά έτσι παιδιά…

Χαίρομαι που με σκέφτηκες, αλλά θα προτιμούσα να με έπαιρνες ένα τηλέφωνο (Συντηρητική ε; Παλιομοδίτικη;). Έστω και δέκα μέρες μετά.  Πραγματικά το εκτιμώ περισσότερο.

Ξεφεύγουμε όμως από το θέμα μας…

Ξαφνικά, εμφανίζεται το messanger και το viber. Ουάου… Μπορώ να βάλω όσα άτομα θέλω σε μια ομάδα. Και πλέον να μιλάω συγχρόνως με όλους. Ότι ώρα και να είναι. Και να ξεκινάω με κάτι συγκεκριμένο και να καταλήγω σε… κάτι. Και δώστου μπλίκι μπλικι όλη την ώρα (γιατί κακά τα ψέματα, δεν έχουμε όλοι τον ίδιο ελεύθερο χρόνο), όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας. Αφήνεις το κινητό σε μια άκρη και σε «ώρα αιχμής» επιστρέφεις και το βρίσκεις με 99+ νέα μηνύματα. Άντε τώρα να τα διαβάσεις όλα για να δεις τι λένε. Το μεγάλο «γέλιο» είναι όταν αυτή η ομάδα πρέπει να κανονίσει κάτι κοινό. Και κανείς δεν παίρνει την πρωτοβουλία να πει: προτείνω αυτό. Ξεκινάει με τι λέτε να κάνουμε; Και φυσικά ο καθένας θέλει ή μπορεί, κάτι εντελώς διαφορετικό. Σε διαφορετικό χρόνο. Αντί τελικά να βρεθούν ή να κάνουν κάτι κοινό, απλά μιλάνε όλη την ώρα στην κοινή ομάδα. Άλλες πάλι φορές αρχικά κανονίζει η ομάδα κάτι που στην πορεία αλλάζει και δεν το μαθαίνεις ποτέ, παρά μόνο το στιγμή που διαβάζεις όολλλλα εκείνα τα μηνύματα. Η μπάλα αρχίζει να χάνεται όταν δεν έχεις σιγουρευτεί ότι όλοι έχουν διαβάσει ή ενημερωθεί για αυτό το οποίο δήλωσες, εσύ όμως είσαι ήσυχος και άμοιρος ευθυνών γιατί το έγραψες σε μια «ενεργή» ομάδα.

Θα σας πω ένα μυστικό: Κάποιοι βάζουν τις ομάδες σε σίγαση (και εγώ μέσα σε αυτούς). Να μας αγαπάτε και εμάς. Και να μη θεωρείτε δεδομένο ότι διαβάζουμε τα πάντα. Γιαυτό να μας εύχεστε και να μας προσκαλείτε και προσωπικά.

Υ.Γ. Δεν βγάζω τον εαυτό μου έξω από αυτή τη μάστιγα. Και εγώ έχω φτιάξει ομάδες ατόμων για κοινές ανακοινώσεις ή κοινές εξόδους, δώρα κ.λ.π. και ειλικρινά σας μιλάω είμαι… στην απεξάρτηση.

Υ.Γ. 2 η φωτογραφία ειναι απο την Παυλιανη.

Ε, ναι! Τόσα χρόνια νονά, έχω αγοράσει πολλές λαμπάδες για  βαφτιστήρια και φίλους. Και πάντα έλεγα: «Του χρόνου θα την φτιάξω μόνη μου…» Και αυτό το «του χρόνου» δεν ερχόταν ποτέ.

Το πλησίασε λιγάκι πέρυσι, που το ένα βαφτιστήρι μεγάλωσε αρκετά και εγώ ήθελα να του κάνω δώρο ένα usb stick. Η ιδέα του να «κρεμάσω» το δώρο πάνω στο κερί, στέφθηκε με μεγάλη… αποτυχία. Δεν την έλεγες και ωραία αλλά ουσιαστικά το δώρο ήθελα να του δώσω.

Φέτος, αποφασίσαμε με το κατηχητικό να φτιάξουμε λαμπάδες. Για έναν περίεργο λόγο, αυτόματα προθυμοποιήθηκα να αναλάβω και εγώ κάποιες. Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη χρονιά, η σχέση μου με τις κατασκευές αναθερμάνθηκε και έτσι μου βγήκε αυθόρμητα. Ιδέες είχα πολλές. Και τα αντίστοιχα υλικά. Την εμπειρία δεν είχα. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω στο διαδίκτυο tips για αποφυγή λαθών και κυρίως λαμπαδιάσματος.

Και τα κατάφερα. Βρήκα το χρόνο (κάνοντας κοπάνα από ένα μάθημα), δημιουργήσα το χώρο (ένα μικρό κομμάτι στο γραφείο μου), έκανα ανασκαφές σε κουτιά και κουτάκια για να συγκεντρώσω τα υλικά (που δε χωρούσαν εύκολα πάνω στον μικρό χώρο του γραφείου) και ξεκίνησα.

Ήταν μια υπέροχα διασκεδαστική διαδικασία που εναλλάσονταν τα άααααου με τα ουάααου. Κάψιμο το πρώτο, θαυμασμός το δεύτερο.

Και ιδού το αποτέλεσμα:

12efaa66-0c75-465e-a5f7-8bd79e1b6796.jpeg

Χάρηκα πολυ γιατι άρεσαν και σε άλλους, όσο σε μενα και ετσι… συνέχισα.

Νομιζω οτι θα το καθιερωσω…

Μικρή, μου άρεσε να χαζεύω τις διαφημίσεις. Ξεφύλλιζα τα περιοδικά και στεκόμουν με τις ώρες μπροστά στις σελίδες των… διαφημίσεων. Δεν ξέρω τι μου άρεσε. Όμως για κάποιο λόγο – και χωρίς να μου το έχει υποδείξει κανείς πριν – προσπαθούσα να βρω το κρυφό μήνυμα. Τη σύνδεση της φωτογραφίας με το κείμενο ή τη μάρκα του προϊόντος. Εντυπωσιαζόμουν πάντα όταν έβρισκα την «κρυφή» σύνδεση (π.χ. το σκίσιμο στο μεταξωτό ύφασμα γνωστής μάρκας τσιγάρων).

Η μόνη μου χαρά όταν επιστρέφαμε από τις διακοπές ήταν ότι είχαν αλλάξει οι γιγαντοαφίσες (τα billboard) στους δρόμους και κολλούσα το κεφάλι μου στο τζάμι για να τις προλάβω όλες.

Ο αδελφός μου πήγαινε μια φορά το χρόνο σε ένα φεστιβάλ, κάτι τέτοιο νομίζω ότι ήταν, διαφήμισης. Κλείνονταν σε ένα χώρο (συνήθως κινηματογράφο) και για πολλές ώρες (ιδιαίτερα νυχτερινές) έβλεπαν διαφημίσεις από όλο τον κόσμο. Πόσο πολύ θα ήθελα να πάω και εγώ μια φορά. Όμως οι ώρες ήταν απαγορευτικές για ένα παιδί του δημοτικού. Περίμενα να μεγαλώσω…

Μεγάλωσα. Το φεστιβάλ σταμάτησε ή εγώ δεν ήξερα πως να το βρω. Ο αδελφός μου πλέον δεν πήγαινε. Και εγώ το είχα απωθημένο. Η αγάπη για τη διαφήμιση δεν έπαψε να υπάρχει. Έγινε μάλιστα και… επάγγελμα (λεπτομέρειες, προσεχώς). Τώρα πια είχα και δικαιολογία που κάποιοι την έλεγαν επαγγελματική διαστροφή. Συνέχιζα να περιμένω με αγωνία τις διαφημίσεις, όταν παρακολουθούσαμε ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση.

Κάποια στιγμή, εντελώς τυχαία, πετυχαίνω μια ανακοίνωση. AD-Dicted λεγόταν. Μου έκανε κλικ και αμέσως έκανα κλικ για να μάθω λεπτομέρειες και να δηλώσω συμμετοχή. Βαθιά συγκινημένη, πήγα. Γνώριζα «από κοντά» διαφημίσεις που είχα αγαπήσει ή αγάπησα άλλες που δεν παίζονταν στην Ελλάδα. Γέλασα με την ψυχή μου, έκλαψα στις πιο σοβαρές, το ευχαριστήθηκα γενικώς. Η διοργάνωση, κράτησε 2 ή 3 χρόνια. Είχε ήδη αρχίσει η κρίση στην ελληνική διαφήμιση και δεν υπήρχαν νέες «έξυπνες» ιδέες.

Λίγα χρόνια αργότερα, δεν υπάρχουν πια ιδέες. Μόνο κάποιοι ρομαντικοί που περιμένουν πως και πως το διάλειμμα για διαφημίσεις ή μια κάποια νέα διαφήμιση.

Μια μεγάλη αγάπη μου είναι ο κινηματογράφος. Δεν ξέρω ακριβώς το λόγο. Μάλλον γιατί δεν είναι μόνο ένας.

Με θυμάμαι να πηγαίνω σινεμά από πολύ μικρή. Όταν ακόμη δεν προλάβαινα να διαβάσω τους υπότιτλους και ο αδελφός μου αναλάμβανε να το κάνει αυτό για μένα. Τώρα που το σκέφτομαι, δε θα ήθελα να κάθομαι κοντά μας.

Επίσης θυμάμαι ότι πρώτη φορά με άφησαν οι γονείς μου να δω έργο χωρίς την παρουσία τους σε θερινό, σε ηλικία 10 ετών. Ακόμη καμαρώνω γιαυτό κι ας ξέρω ότι απλά μας (εμένα και μια φίλη μου) άφησαν έξω από το σινεμά και ήρθαν να μας πάρουν μόλις τελείωσε.

Αργότερα, στην εφηβεία, το σινεμά ήταν η αγαπημένη μου έξοδος. Η δεκαετία του ΄90 είχε και μπόλικο καλό υλικό. Φανατική αναγνώστρια του περιοδικού «Σινεμά», ανακάλυψα τις avant premiere, και τα back to back. Έτσι, σχεδόν κάθε Κυριακή μεσημέρι στριμωχνόμουν στους αγαπημένους κινηματογράφους της Αθήνας και περίμενα υπομονετικά να δω πρώτη την ταινία της εβδομάδας. Κάποιες φορές την έβλεπα καθισμένη στο διάδρομο. Είχε την πλάκα του. Άλλες πάλι φορές, πήγαινα και το απόγευμα σινεμά για δεύτερη ταινία. Ή ξεκινούσα από το απόγευμα και έβλεπα δύο ταινίες συνεχόμενες.

Μετά, ήρθαν οι πολυ-κινηματογράφοι. Πιο άνετες θέσεις, πιο πολλή βαβούρα, περισσότερος κόσμος, χωρίς διάλειμμα… Έχασε την αίγλη του. Εκεί κάπου χάθηκα. Για κάποιο λόγο, κουραζόμουν. Έδινα μισή ώρα στην ταινία και αν δεν είχε ενδιαφέρον, απλά αφηνόμουν στη θαλπωρή της αίθουσας. Μου εξηγούσαν οι υπόλοιποι της παρέας, τα κενά που είχα στο έργο. Όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο βέβαια. Ειδικά αν η ταινία δεν άρεσε ούτε σε κείνους. Όμως συνέχιζα να πηγαίνω. Με χαλάρωνε. Μου έδινε χρόνο να σκεφτώ. Να βρίσκομαι με κόσμο αλλά να μη χρειάζεται να μιλάω. Να είμαι εκεί και παράλληλα να είμαι αλλού.

Τα θερινά είναι ένα κεφάλαιο από μόνο τους. Πραγματικό ταξίδι με όλες τις αισθήσεις. Μυρωδιά απο αγιόκλημα, γιασεμί αλλά και ποπ κορν και σουβλάκια. Ξέφευγε λίγο το βλέμμα και κοιτούσα τα αστέρια. Πολλές φορές είδα κάποιο να πέφτει. Άλλες φορές η θέα ήταν οι περίοικοι που μάζευαν τα απλωμένα ρούχα ή η Ακρόπολη. Όμως για τα θερινά θα γράψω άλλη φορά.

Το καλύτερο σημείο της ταινίας, πάντα αλλά ιδιαίτερα τα τελευταία – πιο ώριμα – χρόνια, είναι η συζήτηση μετά. Για την ακρίβεια, οι ατέλειωτες συζητήσεις μετά – με παρέα ή χωρίς. Κάποιες από αυτές, θα μεταφέρω και εδώ. Εν καιρώ…

Μείνετε σε αναμονή.

 

 

 

Και να’ μαι πάλι εδώ. Να χτυπάω τα πλήκτρα του πληκτρολογίου και να ακούω τη γλυκειά τους μουσική. Ναι, μου έλειψε το γράψιμο, δε θα το κρύψω. Όμως δεν έβγαινε…

Δειλά, δειλά, με αφορμές που ήρθαν από το πουθενά, εκεί που σκεφτόμουν τον ιδανικό χώρο… απλά πήρα τα κλειδιά και μπήκα στο ξεχασμένο δωμάτιο. Χωρίς καμία αλλαγή ξεκίνησα. Στη συνέχεια, μπορεί να πάρω το ξεσκονόπανο, τις μπογιές μου και να το κάνω πιο όμορφο. Τώρα όμως, αυτό αρκεί.

Πολλές αλλαγές. Αναθεωρήσεις προσώπων και καταστάσεων. Πράγματα που θεωρούσα σημαντικά, τώρα μοιάζουν ασήμαντα. Καταστάσεις/πρόσωπα που θεωρούσα δεδομένα, δεν είναι πλέον. Νέοι ρόλοι, παλιοί ρόλοι που άλλαξαν «ηθοποιούς» όλα μαζί σε ένα θέατρο του παρα…λόγου.

Σίγουρα δεν είμαι αυτό που ονειρευόμουν πριν δέκα χρόνια. Δέκα; Πολλά λέω. Δεν ξέρω όμως αν έκανα και κάτι για να φτάσω σε αυτό. Αλήθεια ποιο είναι αυτό; Ούτε καν θυμάμαι/ξέρω.

Και κάπως έτσι, φτάνουμε εδώ. Τόσες αλλαγές και όμως δεν έχει αλλάξει τίποτα. Τίποτα; Θα δούμε στην πορεία.

 

– Ξέρεις που θα κατέβουμε με το τράμ;;

– όχι, αλλά θα το δούμε μην ανησυχείς.

– χιχι κοίταξα εγω στο site του ΟΑΣΑ. Θα κατέβουμε στη στάση Μ.Α.

… προχωράμε… βλέπουμε το πάρκο (2 στάσεις πριν την στάση)…

-Να κατέβουμε;;

– όχι ρε σύ, Μ.Α. λέει…

– (στην επόμενη στάση): δε φεύγουμε μακριά;;;

– Μπα όχι, μάλλον γυρίζει και μας βγάζει σε άλλη είσοδο του πάρκου.

– Δε νομίζω να είναι τόσο μεγάλο το πάρκο

– Αλλά έχει πολλές πόρτες..

– Καλά, ας πάμε με το manual

Κατεβαίνουμε στη Μ.Α.. Πουθενά πάρκο.

– Πάμε με τα πόδια πίσω…

– Κάτσε να ρωτήσω στο φούρνο… Κάπου εδώ κοντά θα έχει πόρτα.

(ο δρόμος όλος μαγαζιά… πουθενά πάρκο…)

Κοπελίτσα στο φούρνο: Όλο ευθεία το δρόμο, θα περάσετε την πλατεία (που είχαμε περάσει 2 στάσεις πριν) και θα το δείτε φαίνεται…

-: τσιου τσίου… ας περπατήσουμε να κάνουμε και γυμναστική…

–  (στην επιστροφή – από άλλο δρόμο): Τελικά ίσως και να ήταν κοντά και η στάση Μεγάλου Αλεξάνδρου…

Στην αρχή ήταν ο λόγος. Η ομιλία, η φωνή, ο ήχος. Ερώτηση – Απάντηση. Μιλάω – μιλάς. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ.

Δεν υπήρχαν προβλήματα, δεν υπήρχαν θέματα και όλα ήταν καλά.

Και μετά δημιουργήθηκε η ανάγκη αυτά που λέμε και κάνουμε, να τα κάνουμε γνωστά και στους άλλους. Γιατί τι νόημα έχει να χτυπήσεις ένα αγριογούρουνο αν δεν το μάθουν όλοι; Πως όμως; Ζωγραφίζοντας. Τον κυνηγό, το αγριογούρουνο και μετά το αγριογούρουνο λαβομένο. Ναι, ναι. Τώρα όλοι όσοι περνάνε από εκεί, βλέπουν, διαβάζουν το κατόρθωμα.

Και για κάποιο διάστημα δεν υπήρχαν προβλήματα και όλα ήταν καλά.

Όμως…

Ποιός είναι αυτός ο κυνηγός; Έπρεπε να έχει μια ταυτότητα. Άσε που το αγριογούρουνο μπορεί να μοιάζει και με λιοντάρι και να δημιουργηθούν λανθασμένες εντυπώσεις.

Και κάπως έτσι ανακαλύφθηκε το αλφάβητο.

Ότι ήθελες το έγραφες (το σκάλιζες για την ακρίβεια) και στο τέλος έβαζες και την ταυτότητά σου (ένα σύμβολο, κάτι χαρακτηριστικό που όλοι αναγνώριζαν ως δικό σου).

Και έτσι αποκαταστάθηκε η επικοινωνία.

Όμως το σκάλισμα ήταν δύσκολο και χρονοβόρο. Έτσι σιγά σιγά ανακαλύφθηκε το μελάνι, το στυλό, το πληκτρολόγιο.

Τότε άρχισαν να φαίνονται και τα πρώτα προβλήματα. Η ευκολία της γραφής, αύξησε την ταχύτητα μεταφοράς ενός μηνύματος αλλά παράλληλα μείωσε την επεξεργασία του μήνυματος. Έτσι έχουμε έναν καταιγισμό μηνυμάτων που τα περισσότερα εκφράζουν την σκέψη της στιγμής, του δευτερολέπτου. Και έχουμε πλέον και πολλά μέσα. Δεν χρειάζεται πλέον να πάρεις το χαρτί, το μολύβι και να γράψεις τις σκέψεις σου. Tις πληκτρολογείς. Όχι μόνο στο σπίτι, ούτε μόνο στο γραφείο. Παντού. Στο δρόμο. Στο αυτοκίνητο. Στις διακοπές. Στην τουαλέτα. Και όπου αλλού μπορείς να φανταστείς. Όσο πιο απίθανο σημείο, τόσο το καλύτερο.

Μετά, αρχίσαμε να βιαζόμαστε. Να κάνουμε λάθη. Να κόβουμε λέξεις. Να αφαιρούμε όσα δεν θεωρούμε απαραίτητα. Βασικά να αφαιρούμε ότι θεωρούμε “συμφραζόμενο”. Aυτό ήταν μεγάλο πρόβλημα. Γιατί όλοι δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Kαι αυτό που για σένα είναι συμφραζόμενο, για μένα θέλει εξήγηση.

Eπειδή όμως θέλαμε να επικοινωνούμε, κάναμε τα πάντα. Aρχίσαμε να σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Όλοι μαζί, μια παρέα. Kαι πλέον όλοι καταλάβαιναν ότι WTF δε σημαίνει Welcome To Facebook, ούτε Wednesday, Tuesday, Friday. Αφού λοιπόν μπορέσαμε να ξεπεράσουμε και αυτό το σκόπελο αρχίσαμε να εμπλουτίζουμε τις κωδικοποιημένες λέξεις μας με εικόνες. Επειδή όμως είχαμε “διδαχθεί” από την ιστορία είπαμε να σχεδιάζουμε με οικείους χαρακτήρες. Γράμματα. Kαι σύμβολα.  Έτσι, αρχίσαμε να μοιράζουμε 🙂 αντί για αληθινά χαμόγελα,  😦 αντί για έκληση για μια αγκαλιά, :-* αντί για φιλιά, :-Ρ αντί για το χαριτωμένο βγάλσιμο της γλώσσας, 😉 αντί για κλείσιμο ματιού (που από μόνο του δημιουργούσε πρόβλημα).

Περάσαμε μια δύσκολη περίοδο προσαρμογής μέχρι να καταλάβουμε τι ήθελε να πει ο ποιητής. Άσε που τα άτιμα εμφανίζονταν και όταν δεν ήθελες. (π.χ. (με ρώτησε τι κάνεις;) ) και τσούπ εμφανιζόταν το κλείσιμο του ματιού. Πώς είπατε; Άλλες 10 (τουλάχιστον) λέξεις για να εξηγήσουμε ότι το ματάκι δεν το κλείσαμε εμείς, αλλά εμφανίστηκε μόνο του.

Και πάνω που τα συνηθίσαμε αυτά ήρθε το κουμπί. Ποιό κουμπί; Μα το μαγικό κουμπί της επικοινωνίας φυσικά. Το like.  Ένα like ήταν όλη μας η επικοινωνία πλέον. Αυτό το like σήμαινε πολλά. Ναι, μου αρέσει αυτό που γράφεις. Δε μου αρέσει αυτό που γράφεις (γιατί είναι κάτι καταθλιπτικό) αλλά μου αρέσει ο τρόπος που το γράφεις. Ναι, είμαι εδώ. Όχι, δεν είμαι εδώ, απλά πέρασα να σου πω ότι ήμουν εδώ. Θέλω κάτι να γράψω αλλά φοβάμαι, οπότε ας πατήσω το like που είναι πιο ανώδυνο. Δε θέλω να γράψω τίποτα, αλλά μου αρέσουν τα κουμπάκια, οπότε like.

Και κάτσε εσύ σα βλκς να προσπαθείς να βγάλεις νόημα ;-)…

Υ.Γ. Και για να σας προλάβω. Like.