Archive for May, 2007

Η χελώνα ήταν το μόνο κατοικίδιο που είχα καταφέρει να περιεργαστώ  όταν ήμουν μικρή. Δεν ήταν εύθραυστη και δεν την φοβόμουν. Με νευρίαζε λίγο όταν μου κρυβόταν ή όταν εξαφανιζόταν αλλά τότε ήμουν μικρή και το έβλεπα διασκεδαστικό.

Ήθελα να μπω καποια στιγμή στο καβούκι της γιατί το φανταζόμουν πολύ ωραίο μια και η χελώνα μου έβρισκε “καταφύγιο” εκεί.

Μεγαλώνοντας ανακάλυψα τους ανθρώπους-χελώνες. Μπόρεσα και πάλι να τους περιεργαστώ… λίγο. Και κατέληξα πως οι άνθρωποι – χελώνες έχουν 2 χαρακτηριστικά που δεν αντέχω.

1. Είναι αργοί.

Πηγαίνουν σιγά σιγά στο στόχο τους. Όλα ωραία και καλά. Με την προϋπόθεση όμως ότι ο στόχος είναι ακίνητος και… τους περιμένει.

2. Είναι… αντικοινωνικοί.

Πάνω που βαρέθηκες να περιμένεις να φτάσουν το στόχο και αποφασίζεις να τους βοηθήσεις, τσούπ!, κλείνονται στο καβούκι τους. Φοβούνται μη τυχόν και τους αγγίξεις? Μη τυχόν και τους αρέσει το “ντάντεμα” και θέλουν συνέχεια? Πραγματικά δεν ξέρω γιατί κρύβονται.

Δεν ξέρω αν το δικό τους καβούκι είναι μοναδικά όμορφο όπως φανταζόμουν το καβούκι της χελώνας μου, σίγουρα όμως είναι μοναχικό.

κουτιkartes.jpg… παραμύθι ν’ ακουστεί…

Όμως δεν ήταν παραμύθι. Είναι πραγματικότητα. Αυτό το κουτί, το μπαουλάκι μου, το κουτί των αναμνήσεων είναι γεμάτο αγάπη. Από φίλους. Ιδιαίτερους και ξεχωριστούς φίλους. Φίλους που κάποιοι άλλοι θα τους ονόμαζαν απλά “γνωστούς” ή “συναδέλφους”. Φίλοι αγαπημένοι. Φίλοι που αφιέρωσαν χρόνο για μένα. Και αυτό είναι ξεχωριστό και σημαντικό.

Είχα τα γενέθλια μου. Έκλεινα τα 32. Δεν νομίζω ότι θα ξεχάσω ποτέ τα γενέθλια αυτά. Κάθε φορά που ανοίγω το κουτί βλέπω αγάπη. Μυρίζω αγάπη (έχουν πάρει ένα υπέροχο άρωμα βανίλιας…).Νοιώθω αγάπη.

Σας ευχαριστώ όλους πάρα πολύ. Εσένα Βασιλη, Χριστίνα, Νίκο, Δημήτρη, Χρήστο, Χάρη, Μαντώ, Δέσπω, Νάνα, Νίκο, Νάντια, Νάνσυ, Ισίδωρε, Χριστίνα, Δημήτρη, Δημήτρη, Χρήστο, Πάνο, Κατερίνα, Νότη, Δημήτρη, Μιχάλη, Έφη, Άγγελε, Δημήτρη,Βασιλική, Βασίλη, Γιώργο,Σεμπαστιαν… Είστε μέρος του θησαυρού μου!

Σάββατο βράδυ. Ψυρρή. Χαμός από κόσμο.

Όμως εγώ έχω συγκεκριμένο προορισμό. Τι συγκεκριμένο δηλαδή, ψάχνοντας παω.

Μόλις έπιασε δουλειά μια φίλη στο μπαρ και πάω για παρέα και για ποτό. Η μουσική υπόκρουση ροκ. Καθώς πλησιάζω στο μαγαζί (στο νούμερο που είναι το μαγαζί δηλαδή, είπαμε πάω ψάχνοντας) βλέπω μια παρέα από ασπρόμαυρα πλάσματα, σαν να εχουν ξεφύγει από κάποιο παραμύθι με ξωτικά.Κοντοστέκομαι λίγο (όχι, δεν μπορεί, εγώ δεν ταιριάζω εκεί), οπλίζομαι με δύναμη και προχωράω. Ευτυχώς το μαγαζί που ζητάω είναι δίπλα.

Πρώτη εντύπωση. Μια παρέα έξω από το μαγαζί μου θύμισε οτι βρίσκομαι σε κάποιο νησί. Μπαίνοντας δεν αλλάζει και πολύ το σκηνικό. Ερημιά… Ευτυχώς δηλαδή γιατί κατάφερα να πω 2 κουβέντες με την φίλη μου, με την γκαρσόνα, με τον καταστηματάρχη. Πρόλαβα να δω το μαγαζί και να σκεφτώ τι αλλαγές θα μπορούσε να κάνει για να αποκτήσει μια ταυτότητα (δεν ξεχνάμε και το δαιμόνιο του επαγγέλματος).

Οι πρώτες παρέες άρχισαν να έρχονται. Επιτέλους, ήρθε και η δική μου παρέα.

Ξεκινάει το … live. Rock. Ωραίες φωνές. Αλλα έως εκεί. Απλά να ακούς. Να μη βλέπεις.

Αποφασίζω να χαζέψω λίγο τον κόσμο.

Η γραία με το τεκνό παρήγγειλε 3ο ποτό. Και εγώ ακόμη παλεύω το δεύτερο. Και ας είμαι εδώ 2 ώρες πριν από εκείνη.

Ο νεαρός δίπλα πίνει, πίνει, πίνει για να ξεχάσει τι? Τη μίζερη ζωή του, που τον άφησε να βγαίνει μόνος Σαββατόβραδο? Όχι. Η γυναίκα πρέπει να μένει στο σπίτι. Ο άντρας βγαίνει. Τι να σου πω, αν το πιστεύεις, κρίμα! Είσαι και νέο παλικάρι.

Μια παρέα – έξω από το μαγαζί – γιορτάζει μια γιορτή… Δεν μπαίνει μέσα γιατί την ενοχλεί η δυνατή μουσική (και εγώ έχω αρχίσει να ψήνομαι να τους πω να χαμηλώσουν την ένταση)

Μπήκε και ο Bod ο σφουγγαράκης. Φουσκωμένος με ήλιον.

Ήρθε η ώρα να αποχωρήσω. Η παρέα μου έχει φύγει προ πολλού…

Ποτέ δεν συμπαθούσα ιδιαίτερα τους οδοντιάτρους. Όχι, δεν τους φοβόμουν. Κάθε άλλο μάλιστα. Απλά τους λυπόμουν. Ναι, τους λυπόμουν γιατί κανείς δεν τους συμπαθεί, όλοι προσπαθούν να τους αποφύγουν και αν καταφέρουν να καθήσουν κάποιον στην καρέκλα τους, τότε αυτός δεν είναι σε θέση να τους μιλήσει. Τι ερωτήσεις του κάνουν, τι κουβέντα πάνε να του πιάσουν, αυτός τίποτα. Ένα μουγκριτό και ένα λοξό βλέμμα στην καλύτερη περίπτωση.

Τα τελευταία χρόνια εκτός από λύπηση, τους βαριόμουν κιόλας. Βαριόμουν να κλείνω ραντεβού για να χρειαστεί να περιμένω… (γενικώς εκνευρίζομαι με τις αναμονές). Βαριέμαι να πρέπει να πηγαίνω περισσότερες από μια φορές για να τελειώσει μια “επισκευή”.

Σήμερα όμως ήταν αλλιώς. Είχα τελειώσει με όλα αυτά τα βαρετά πήγαινε – ελα. Θα πήγαινα για εξαγωγή. Δεν είχα κάνει ποτέ μου και παραδόξως χαιρόμουν. Ήταν και φρονιμήτης, άλλη αίγλη. Επιτέλους θα γινόμουν φρόνιμη…

Πήγα λοιπόν εγκαίρως για το ραντεβού μου. Μόλις έφτασα θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει να πάρω κάτι να ζωγραφίζω… Πως θα περάσει η ώρα? Ώσπου ξαφνικά ακού ένα αγοράκι από την καρέκλα του ασθενούς να σφαβάζει στο κλάμα. Όχι, αυτό δεν θα μου το κάνει… Δεν αντέχω να ακούω άνθρωπο να κλαίει και να παρακαλάει να σταματήσουν. Ειδικά ένα παιδί.

Το μαρτύριο κράτησε περίπου δέκα λεπτά. Μετά ως δια μαγείας σταμάτησε.

Ήρθε η σειρά μου. Όση ώρα κρατούσε η “επέμβαση” εγώ σκεφτόμουν πόσο διαφορετική θα είναι η ζώη μου τώρα που θα γίνω φρόνιμη. Φανταζόμουν διάφορα… Με φανταζόμουν σοβαρή, επιμελή, μια κυρία δηλαδή. Ανατρίχιασα. Λίγο από τις σκέψεις, λίγο από το κρακ κρακ του αντιδραστικού μου εαυτού/ δοντιού, πάντως ανατρίχιασα.

Όλα τελείωσαν. Η νάρκωση δεν έχει περάσει ακόμη όμως εγώ νοιώθω ήδη άλλος άνθρωπος.

Τόσο διαφορετικός που αποφάσισα να μην ξαναφήσω να με πονέσει το δοντάκι…

Τελικά αυτή η εξαγωγή ήταν μια συμβολική κίνηση…

Υπομονή, υπάρχουν άλλοι 3 φρονημήτες, οι οποίοι θα ζουν και θα βασιλεύουν στο στοματάκι μου. Για όσους πίστεψαν στο όνειρο της σοβαρής, κυρίας ας αλλάξουν πλευρό…

Θυμάμαι από μικρή η Πρωτομαγιά δεν μου πήγαινε καλά…

Στα πολύ παιδικά μου χρόνια, θυμάμαι να ξεχυνόμαστε στα διπλανά οικόπεδα για να μαζέψουμε μαργαρίτες. Ποτέ δεν μου άρεσε που τραυματίζαμε τα λουλουδάκια για να φτιάξουμε ένα στεφάνι. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα στεφάνια. Γενικώς.

Λίγο αργότερα, στα εφηβικά μου χρόνια, με πρόφαση μια αλλεργία κατάφερα να μην λαμβάνω μέρος σε αυτό το “φονικό” των λουλουδιών. Τότε η Πρωτομαγιά σήμαινε βόλτα στην εξοχή, καφές με φίλους. Και όμως πάλι η Πρωτομαγιά δεν ήταν η καλύτερη μου ημέρα. Λες και όλο το σύμπαν συνομωτούσε εναντίον μου εκείνη την ημέρα. Μια λάθος συννενόηση, ένας εκνευρισμός και η ημέρα χαλούσε.

Κάποια χρονιά όλα έδειχναν τέλεια. Η κολλητή μου θα έβγαινε επιτέλους ραντεβού με τον μεγάλο της έρωτα. Είχα χαρεί και εγώ τόσο πολύ… Μια αναφορά σε λάθος άτομο τα χάλασε όλα…

Λίγα χρόνια αργότερα οργανώναμε εκδρομή (εκτός Αττικής) με τα καινούργια αυτοκίνητα. Θα πηγαίναμε στην Πάρνηθα. Πολλά άτομα. Άτομα που αγαπούσα πολύ. Ένας λάθος δρόμος, μια υπερευαισθησία για το αυτοκίνητο, μια “βαριά” κουβέντα και όλα χάλασαν…

Πρόσφατα Πρωτομαγιά μίλησα για τελευταία φορά με τον πατέρα μου. Μετά η απόλυτη σιωπή. Μετά μόνο νοήματα…

Φέτος… Είπαμε δεν μου πάει η Πρωτομαγιά!

Και ας με έλεγαν Το κορίτσι του Μάη…