Archive for August, 2007

Σας χρωστάω την συνέχεια από την πρώτη μας συνάντηση με την Tερέζα. Όπως ίσως πολλοί καταλάβατε, η Tερέζα είναι μια κατσαρίδα η οποία εισέβαλε στο δωμάτιο μας από την πρώτη κιόλας νύχτα. Mπήκε – μάλλον – πετώντας και μας αναστάτωσε. Tην έδιωξε όμως η σπιτονοικοκυρά μας αφού μας ζήτησε συγγνώμη για την αναστάτωση και αφού μας εξήγησε πως μπήκε (πετώντας δηλαδή).

Kάθε φορά που μπαίναμε έκτοτε στο δωμάτιο πρώτα το σκανάραμε και μετά καθόμασταν. Aυτό για περίπου 3 ημέρες. Mετά ήρθε η ξαδέρφη της Tερέζας η οποία είχε στόχο την μύτη μου (!). Nαι, αυτός ήταν ο μοναδικός μου φόβος όταν την είδα δίπλα στο κομοδίνο μου. Tην σκότωσα (το ξέρω, κινώ φιλοζωικές επιθέσεις εναντίον μου) αλλά ήταν σε σημείο που μπορούσα να το κάνω.

Tην επόμενη ημέρα και αφού έχουμε αποφασίσει να είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί με τα ανοιχτά παράθυρα, ετοιμαζόμαστε για να βγούμε. Aνοίγω την ντουλάπα, βγάζω την ωραιότατη φουστίτσα μου, την πετάω με περισσή χάρη πάνω στο κρεβάτι και ανακαλύπτω μια ξανθιά καλλονή να ξαπλάρει πάνω στην κατάμαυρη φούστα μου (ευτυχώς που υπηρχε διαφορά χρώματος). Tην βγάζω έξω (δεν την σκότωσα…) και αρχίζω να ψάχνω τα ρούχα μας.

Για τις επόμενες 2 ημέρες, εκτός από το σκανάρισμα του δωματίου, σκάναρα και τα ρούχα μας πριν τα φορέσουμε. Zούσα ένα δράμα. Ψυχολογικό περισσότερο. Aλλά το διασκεδάζαμε (που λέει ο λόγος).

Eπιστρέφοντας το βράδυ από την έξοδό μας (συγγνώμη, γυρίσαμε νωρίς, δεν μας περίμεναν) ένα ζευγαράκι κατσαρίδων (προφανώς συγγενείς της Tερέζας) έκοβαν βόλτες στο ταβάνι μας. Tο σοκ ήταν μεγάλο γιατί είχαμε ήδη κλείσει το δωμάτιο και σκάγαμε σαν τα ποντίκια άρα οι κατσαρίδες δεν έμπαιναν από έξω!!!

Φύγαμε κατευθείαν από το δωμάτιο και ψάχναμε να βρούμε τι θα κάνουμε. Kατά τις 2 (το βράδυ) τηλεφωνούμε στην σπιτονοικοκυρά, απλά για να την ενημερώσουμε γιατί θα μεναμε εκτός δωματίου. Στο κάτω κάτω, έπρεπε να είχε ήδη κάνει κάτι. Aνέβηκε στο δωμάτιο εμφανώς ταραγμένη και εκνευρισμένη και μόνο που δεν μας ειπε τρελές. “Kορίτσια, να το ξεπεράσετε, γιατί θα αρρωστήσετε και θα αρρωστήσετε και εμένα”. “Kλείστε τα μάτια σας, και κοιμηθείτε”. Kαι έφυγε. Ήμασταν πολύ κουρασμένοι αλλά δεν γινόταν να κοιμηθούμε. Προσπαθήσαμε να το ξεπεράσουμε και τουλάχιστον να ξεκουραστούμε. Στα 2 πρώτα λεπτά … χαλάρωσης είπα “έφυγες” και εξαφανιστήκαμε. H οικογένεια κυκλοφορούσε πάνω στην ντουλάπα μας. Πήραμε βιβλίο, φακό και φύγαμε. Όλο το βράδυ μείναμε στην αγαπημένη μας ταβέρνα. Aπό τις 6.30 το πρωί, πτώματα πια αρχίσαμε να ψάχνουμε για δωμάτιο. Tελικά μας λυπήθηκε μια κοπελίτσα και μας πρότεινε ένα πεντακάθαρο δωμάτιο (και κατά 10 ευρώ φθηνότερο). Tο κλείσαμε και πήγαμε να μαζέψουμε τα πράγματα. Φυσικά η σπιτονοικοκυρά κοιμόταν. Mαζέψαμε ότι και όπως μπορούσαμε μέχρι που ξύπνησε η … οικογένεια. Ξανά πάλι κάτω να περιμένουμε να ξυπνήσει, να ανέβουμε μαζί πάνω, να δει τους νέους ενοικιαστές της, να την πληρώσουμε (ναι, το καναμε και αυτό, για όλες τις ημέρες) και να φύγουμε.

Στην ιδέα ότι θα φεύγαμε σκέφτηκε να ψεκάσει. Aφού πρώτα προσπάθησε να μας βγάλει τρελές μή βλέποντας την κατσαρίδα στα κάγκελα του κρεβατιού. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας όταν οι κατσαρίδες εμφανίζονταν και εμείς να εξαφανιστούμε. Δεν είπαμε τίποτα παραπάνω. Πληρώσαμε και φύγαμε. Mπορούσαμε να είχαμε κάνει πολλά αλλά σε ανάμνηση των 3 προηγούμενων όμορφων καλοκαιριών που είχα περάσει σε αυτά τα δωμάτια δεν είπαμε και δεν κάναμε τίποτα.

Aργότερα μάθαμε ότι δεν ήμασταν οι πρώτοι… Kαι σίγουρα όχι οι τελευταίοι.

Και εκεί που έχω κανονίσει το πρόγραμμα της τελευταίας ημέρας της άδειάς μου, χτυπάει το τηλέφωνο. Όχι το καινούργιο (αυτουνού ακόμη δεν έχω συνηθίσει τον ήχο) αλλά το παλιό με τον γνώριμο ήχο. Κοιτάζω το όνομα στην οθόνη και τρίβω τα μάτια μου. Δεν είναι δυνατόν. Που με θυμήθηκε?

Χάρηκα δεν μπορώ να πω. Ειδικά που αποφάσισε να πάρει αυτός τηλέφωνο. Τα νέα βέβαια δεν ήταν πολύ καλά. Ο λόγος που είχε χαθεί είχε πέσει σαν βόμβα. Σύντομα θα άλλαζε ριζικά η ζωή του. Όχι όμως με τον τρόπο που είχε αποφασίσει (μια απόφαση που κουράστηκε και πάλεψε για να πάρει). Δεν είχαμε πει πολλά τότε. Απλά επέλεξα να εξαφανιστώ. Μόνη παράκληση να μάθω κάποια στιγμή νέα του. Ε, τα νέα έφτασαν. Για την ακρίβεια, σχεδόν τίποτα δεν έμαθα. Μου είπε απλά “δεν θέλω να το συζητήσω” και πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ούτε προς την μια κατεύθυνση ούτε προς την άλλη.

Ακούστηκε αγχωμένος αλλά παρόλα αυτά ήθελε να με δει κάποια στιγμή. Πόσες φορές το άκουσα αυτό τα τελευταία χρόνια… Κλείσαμε το τηλέφωνο γιατί… έπρεπε. Σύντομα έλαβα ένα μήνυμα που έλεγε ότι δεν θα μπορέσουμε να βρεθούμε στο επόμενο 15νθήμερο και τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου.

Η αλήθεια είναι πως και εγώ είχα αλλάξει από την τελευταία μας συνάντηση. Ξέρω ότι σίγουρα ήθελα να βρεθούμε αλλά δεν ήξερα το γιατί. Και μέχρι να το μάθω η ακύρωση με βόλεψε…

Μετά από 2 ημέρες (που σαν κυρία δεν απάντησα καν στο μήνυμα) χτυπάει ξανά το τηλέφωνο. “Θέλω να σε δω…” Μα… Είχα ήδη κανονίσει και δεν θα το άλλαζα. (Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα κανονίσει εντελώς, αλλά περίμενα ένα τηλεφώνημα). Μιλήσαμε πάνω από 3 ώρες στο τηλέφωνο. Συνεχόμενα. Έβρασε το αυτί μου. Σε ένα δωμάτιο χωρίς κλιματιστικό να προσπαθώ να τον ακούσω. Είπαμε πολλά. Καταλάβαμε ακόμη περισσότερα. Ανανεώσαμε για άλλη μια φορά το “ραντεβού” μας. Τσακωθήκαμε και καταλήξαμε να μου κάνει προξενιό… Μεταξύ σοβαρού κα αστείου. Εκείνος που φοβόταν να μιλήσει στον οποιοδήποτε για την ύπαρξή μου. Για το πως γνωριστήκαμε, τώρα μιλούσε στον φίλο του με τα καλύτερα λόγια (πάντα τα καλύτερα έλεγε, αλλά σε μένα). Και είπε και το θεϊκό: “… και είναι πολύ καλή μου φίλη”. Που πας ρε Καραμήτρο? Ντουγρού για την κρεμάλα?

Τα κινητά εμένα δεν με αντέχουν. Από τον πρώτο μήνα που έρχονται στα χέρια μου, καταλαβαίνουν ότι ο χρόνος ζωής τους θα είναι ελάχιστος. Εδώ δουλεύουμε δεν καθόμαστε να περιμένουμε πότε θα μας θυμηθεί κάποιος. Έτσι λοιπόν και εγώ έχω αποφασίσει, κάθε χρόνο να εκμεταλλεύομαι την επιδότηση συσκευής που μου δίνει η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας και πληρώνοντας ένα μικρό ποσό (γιατί έχω και μεγάλους λογαριασμούς φυσικά), να ανανεώνω τις συσκευές μου.

Η επιλογή του κινητού γίνεται πάντα με φοβερά κριτήρια. Δεν θέλω να πληρώσω πάνω από 30 ευρώ, θέλω να είναι ίδια μάρκα με το προηγούμενο για να εκμεταλλευτώ τον φορτιστή του (έχω αλλάξει μόνο 2 εταιρείες τα 10 χρόνια που έχω κινητό) και άντε να έχει κάτι τις σύγχρονο (κάμερα, υπέρυθρες).

Φέτος άλλαξαν λίγο τα πράγματα. Η προηγούμενη συσκευή μου ήταν siemens και μόλις πληροφορήθηκα ότι siemens no κινητά πλέον. Και επίσης ήθελα οπωσδήποτε bluetooth. Έπεσαν όλοι πάνω μου και μου το έθεσαν σαν όρο. Τόση ακτινοβολία δέχεσαι… μπλα, μπλά. Πήρα λοιπόν το κινητό και -όπως κάθε χρόνο – είπα να του φερθώ όμορφα. Να το αφήσω να φορτίσει όσες ώρες μου πουν. Ήταν τόσο δύσκολο για μένα να το καταφέρω που διάβασα όλο το manual και κοιμήθηκα μέχρι τις 11 το πρωί για να περάσουν οι ώρες. Τελικά τα κατάφερα. Το έθεσα σε λειτουργία και ετοιμάστηκα να πάω να του πάρω τα αξεσουάρ του. Bluetooth ακουστικό και memory stick  δηλαδή, όχι τίποτα εξαιρετικό. Νομίζω ότι όταν αγόρασα αυτοκίνητο αποφάσισα πιο γρήγορα. Ειδικά για το ακουστικό. Το ήθελα designάτο αλλά όχι πανάκριβο. Τι το ήθελα και εγώ να παω σε πολυκατάστημα που είχα 30 επιλογές? Τελικά αποφάσισα. Πήρα ένα ωραιότατο κατάμαυρο ακουστικό που διαθέτει 8 (!) εναλλακτικές προσόψεις.

Και τώρα… παίζω με τους ήχους του (αυτό παίρνει και ήχους mp3). Δεν το αναγνωρίζω όταν χτυπάει… Ψάχνω το καλώδιο του handsfree και διάφορα άλλα ωραία.

Που θα μου πάει, θα το συνηθίσω!

Και μη βιαστείτε να μου απαντήσετε διακοπές γιατί μπορεί να κάνετε λάθος.

Σίγουρα έφυγαν πολλοί. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει αρκετά. Βρίσκεις να παρκάρεις ακόμη και σε περιοχές που έκανες τάμα την περασμένη βδομάδα για να βρείς μια θεσούλα. Προσοχή όμως! Αυτή την περίοδο κάνουν την εμφάνιση τους οι γερανοί και πεζοί αστυνομικοί που δίνουν κλήσεις. Και επειδή είναι τσαντισμένοι που βρίσκονται στην Αθήνα και όχι στο χωριό τους, δίνουν αβέρτα κλήσεις. Αν πριν λίγο καιρό “έπαιζε” να γλύτωνες κλήση για παρκάρισμα, τώρα δεν υπάρχει καμία περίπτωση. Και ας μην ενοχλείς. Και ας γκρινιάζεις που την περασμένη εβδομάδα περίμενες πίσω από ένα λεωφορείο ένα τέταρτο προσπαθώντας να κάνει μανούβρα για να περάσει ανάμεσα στα διπλοπαρκαρισμένα. Όχι, τότε έλειπε διακοπές ο κύριος αστυφύλαξ.

Ας προσπεράσουμε το παρκάρισμα και ας έρθουμε στον κόσμο. Που πήγαν όλοι. Όχι αυτοί που έφυγαν… Αυτοί ξέρουμε. Διακοπές. Για τους υπόλοιπους λέω. Αυτούς που έμειναν να απολαύσουν την Αθήνα. Να σας πω εγώ λοιπόν. Όλοι όσοι μείναμε Αθήνα μάλλον είχαμε τα ίδια σχέδια. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Εχθές, αποφάσισα να παω στο ΙΚΕΑ. Άδειασε η Αθήνα, θα απολαύσω την εκδρομή μου άνετα… Έλα όμως που όλοι το ίδιο σκέφτηκαν ΠΡΟΦΑΝΩΣ. Έκανα 15 λεπτά να βρω να παρκάρω. Αρχικά ήθελα να είμαι κοντά στην πόρτα (ε, μα, άδειασε η Αθήνα, δεν θα βρω μια θεσούλα εκεί που την θέλω). Σιγά σιγά απομακρυνόμουν… Τελικά πάρκαρα λίγο πριν την έξοδο…

Σήμερα λέω δεν θα πάω παραλία γιατί όλοι όσοι έχουν μείνει στην Αθήνα (και προφανώς αύριο δουλεύουν) θα πάνε για μπάνιο κάπου κοντά. Άσε που απεχθάνομαι την παραλιακή. Ακόμη και άδεια με τρομάζει. Η αλήθεια είναι ότι τότε με τρομάζει περισσότερο. Που να πάω, που να πάω… Ας πάω Θησείο. ΠΑΛΙ. Έχω πάει τόσες πολλές φορές τον τελευταίο καιρό, αλλά μ’ αρέσει πολύ. Ε, λοιπόν όλοι ήταν εκεί. Κανείς δεν έλειπε. Όσοι έμειναν στην Αθήνα έκαναν παρέλαση στην Ηφαίστου, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, στην Αδριανού…

Αύριο, θα πάω σε τράπεζες. Το τρενάρω τόσο καιρό για να μην πέσω σε ουρά. Κανονίστε να σας δω όλους εκεί.

… κάτι σαν φλασάκι.

Kαι εκεί που όλα ήταν καλά, σε διάθεση διακοπών (άσχετα αν θα έμενα Aθήνα), χαλαρή, ευτυχισμένη… τσάφ! όλα άλλαξαν.

Mελαγχόλησα. Xωρίς λόγο (που να μπορώ να καταλάβω τουλάχιστον).

Γύρισα τα λεπτά πίσω. Προσπάθησα να βρω την στιγμή που έγινε το τσαφ. Tι συνέβη? Tι μου συνέβη? Γιατί είμαι έτσι? Aφού ξέρω ότι δεν μου αρέσει όταν είμαι έτσι.

Θέλω πίσω την καλή μου διάθεση… Ή έστω, θέλω να μάθω τι είναι αυτό που μου προκάλεσε την μελαγχολία.

Greek lover

Posted: August 3, 2007 in Uncategorized
Tags: ,

Και καθόμαστε ήρεμα ήρεμα στο τραπεζάκι μας χωρίς ιδιαίτερη όρεξη για σχολιασμό των γύρω μας. Έλα όμως που ακούγεται η φωνή του νεαρού από δίπλα “Ε, στη Δηλωτή… τι ακριβώς κάνουν τα ….”. Δεν θέλαμε και πολύ. Δίπλα μας ακριβώς ήταν ένα ζευγάρι που έπαιζε αρκετή ώρα ένα παιχνίδι με την τράπουλα. Δεν ήξεραν όμως τους κανόνες. Και οι ερώτησεις στο γκαρσόνι και όποιον ήταν εύκαιρος εκείνη την ώρα, έδιναν και έπαιρναν.

Και εμείς με κόπο συγκρατούσαμε τα γέλια μας… Αλλά τα συγκρατούσαμε. Εκεί που δεν αντέξαμε ήταν όταν μπαίνει στο μαγαζί (αλήθεια, αφού σε αυλή ήμασταν, μάλλον βγήκε…) ένας σχετικά νεαρός μεν , ψαρομάλλης δε συνοδευόμενος από μια κοπελίτσα αρκετά μικρότερη. Δεν ήταν η διαφορά ηλικίας (η οποία, δεν πολυφαινόταν) που μας κίνησε το ενδιαφέρον.

Το “παλικάρι” ήταν – κατά τα λεγόμενά του – ντόπιος και μάλιστα μηχανικός. Η κοπελίτσα από την άλλη, ήταν απλά μια τουρίστρια. Και άρχισε ο Ελληνάρας να της δείχνει τα διάφορα σπίτια και να της λέει ότι τα έχει χτίσει εκείνος και δώστου η κοπελίτσα τα “Ουάου…”. Και ο “δικός μας” επιδεικνυόταν, και επιδεικνυόταν…

Και κάπου εκεί μου κολλάει το άσμα “Greek lover, με τρίχα για πουλόβερ” και στο καπάκι το “Είναι μύθος, είναι μύθος το βασύτριχό σου στήθος” και λυθήκαμε πάλι στα γέλια.

Φτου!!! Mε αυτά και με εκείνα ξέχασα να ρωτήσω τον Πολύβιο τι σημαίνει η κάρτα STOP στο UNO. 🙂 🙂 🙂

Η αγαπημένη μου γειτόνισσα άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μου – τα ψάρια – και έτσι θα κάνω μια παρένθεση από τις φετεινές καλοκαιρινές διακοπές.

Και εγώ (όπως πολύς κόσμος νομίζω), δεν μπορώ να καθαρίσω ψάρια (ωμά και ψημένα) αν δεν γίνω χάλια και αν δεν τα κάνω νιανιά. Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος που δεν έχω μάθει να τρώω ψάρι, εκτός σπιτιού. Και κάθε χρόνο το ίδιο σκηνικό. Όλοι γύρω μου να με παρακαλάνε να φάμε ψάρι, αστακομακαρονάδα και εγώ να αντιστέκομαι.

Πριν 2 χρόνια – πάλι στη Σκύρο – ο Κωσταντής με έπεισε να δοκιμάσω φρέσκο ψάρι, Σκαθάρι μου το είπε. Τώρα γιατί εγώ πάντα το λέω σκαραβαίο δεν ξέρω…

Μια και ο άνθρωπος μου το ζήτησε πολύ ευγενικά, δεν του χάλασα χατήρι. Όντως ήταν γευστικότατο. Για μια φορά όμως. Μη μας γίνει συνήθεια.

Φέτος λοιπόν είδαμε τον Κωσταντή, ευτυχώς όμως δεν θυμήθηκε καν το γεγονός με το ψάρι. Κάθε βράδυ να βγαίνουν βόλτα στα διπλανά τραπέζια οι αστακοί και εγώ να περιμένω την χοιρινή μου…

Το τελευταίο μας βράδυ στο νησί, ήθελα οπωσδήποτε τραπέζι που να βλέπει το φεγγάρι (δεν είχε πανσέληνο, αλλά δεν πειράζει). Και εκεί που είχα χαλαρώσει, κοιτούσα το φεγγαράκι και μελαγχολούσα… άρχισαν οι μυρωδιές να με περικυκλώνουν. Τόσες αστακομακαρονάδες δεν είχα ξαναδει. Και δώστου να έρχονται οι αστακοί, και εγώ να ανακατεύομαι…

Ωσπου τελικά με νίκησαν! Μάζεψα να πραγματάκια μου και πήγα στο δωμάτιο. Φαντάζεστε τι όνειρο είδα…