Archive for September, 2007

Σε βάφτισαν Ευστάθιο. Οι περισσότεροι σε φώναζαν Στάθη. H μαμά μου σε φώναζε Σταθιό. Εγώ είχα την ιδιαίτερη χαρά και ευλογία να σε φωνάζω μπαμπά.

Δεν ξέρω τι λένε για τις σχέσεις πατέρα και κόρης αλλά εγώ δεν βίωσα κάτι διαφορετικό (ιδιαίτερη αδυναμία) σε σχέση με τον αδελφό μου. Μας αγαπούσες το ίδιο. Όλα τα παιδιά τα αγαπούσες. Όταν σε ρώτησα γιατί δεν κάνατε και άλλα παιδιά αφού το θέλατε τόσο μου απάντησες πως δεν θα άντεχες να σου ζητούσαμε κάτι πρώτης ανάγκης και να μην μπορούσες να μας το προσφέρεις. Γιαυτό ήμουν πολύ προσεκτική στο τι ζητούσα… Γιαυτό προσπαθούσα να “κάνω κουμάντο” (άσχετα αν ποτέ δεν θα κατάφερνα).

Δεν γκρίνιαξες ποτέ για τα παιδιά που φώναζαν στην γειτονιά το μεσημέρι. Ήσουν αυστηρός μαζί τους όταν έπρεπε αλλά τα υπερασπιζόσουν πάντα γιατί είναι παιδιά και έχουν δικαίωμα να παίξουν. Εγώ δεν τα ήξερα όλα με το όνομά τους. Εσύ τα ήξερες. Μου ζήτησες λοιπόν να αγοράσω ένα παιχνίδι για τον Ανδρέα γιατί γιόρταζε. Και μετά για την αδελφή του, για τον Ιγνάτιο, για τον Παναγιώτη… για όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Από ένα παιχνίδι για να παίζουν. Κάτι μικρό. Παραξενεύτηκα αλλά δεν είπα τίποτα. Σου πήρα τα δωράκια, τα έδωσες και η ζωή κύλησε ήσυχα.

Είπαμε όμως, σήμερα γιορτάζεις. Κάθε χρόνο θυμάμαι ,όταν ήμουν μικρή, πως η γιορτή σου ήταν ένα πανηγύρι. Μαζευόταν πολύς κόσμος. Φίλοι, συγγενείς… Εμείς προσπαθούσαμε να σερβίρουμε τους καλεσμένους, να βοηθήσουμε για το τραπέζι. Στα κρυφά πηγαίναμε και ανοίγαμε τα δώρα. Τα περισσότερα ήταν ποτά. Απογοητευόμασταν και τα κλείναμε διακριτικά… Μου άρεσε αυτή η μέρα. Έβλεπα φίλους σου που είχα χρόνια να δω. Δεν με πείραζε που δεν είχαν παιδιά για να παίξω. Χαιρόμουν αυτή την ημέρα. Όταν πέρασαν αρκετά χρόνια και βγήκες στη σύνταξη αποφάσισες να μην γιορτάζεις. Δεν είμαστε για τέτοια έξοδα μου έλεγες. Είχα θυμώσει τότε πάρα πολύ. Ήταν όμως η γιορτή σου και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Έπρεπε να υπακούσω στη θέλησή σου.

Έχουν περάσει 3 χρόνια που λείπεις. Που μας λείπεις. Τα παιδιά ακόμη θυμούνται το παιχνίδι που τους χάρισες. Ήταν την τελευταία χρονιά που ήσουν κοντά μας…

Εμείς θυμόμαστε ακόμη την γιορτή σου. Και θα σου πω ένα μυστικό. Κάνουμε κάθε χρόνο τραπέζι. Μόνο που αυτή τη φορά δεν γίνεται στο σπίτι μας. Και δεν έρχονται οι φίλοι και οι συγγενείς σου. Έρχονται άνθρωποι που δεν σε ξέρουν όμως σίγουρα θα ήθελες να τους έχεις γνωρίσει. Δεν σου φέρνουν δώρα αλλά σε ευχαριστούν γιαυτά που τους προσφέρεις εσύ. Δεν σου λένε “Χρόνια Πολλά” αλλά “Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή σου”.

Ο πρώτος μου ουσιαστικά έρωτας. Πριν πάω καλά καλά στο σχολείο ήμουν ερωτευμένη (ή όπως αλλιώς το έλεγαν τότε).

Ήταν ένα μελαχροινό αγόρι (πολύ σταθερή στα γούστα μου βλέπετε…) αρκετά μεγαλύτερο (πήγαινε ήδη δημοτικό -νομίζω τετάρτη) και έμενε απέναντι από το σπίτι μου. Παίζαμε συνεχώς μαζί (όλη η γειτονιά, αλλά εγώ αυτόν πρόσεχα). Ο ενθουσιασμός κράτησε πολύ. Μέχρι που πήγα και εγώ δημοτικό. Αυτός τότε πήγαινε έκτη!!!

Είχε λοιπόν ένα πρωτάκι συνεχώς να του στέλνει ζωγραφίες και διάφορα άλλα κουλά. Σας είπα το όνομά του? Σπήλιος (πολλά χρόνια αργότερα έμαθα ότι ήταν επίθετο! Έτσι όμως τον φωνάζαμε όλοι). Όταν λοιπόν άρχισα να γράφω αποφάσισα να του γράψω γράμμα!!!!!!

Και φυσικά είχα από τότε κόλλημα με την ορθογραφία. Ρωτούσα λοιπόν τον πατέρα μου. “Μπαμπά, πως γράφετε το Σπήλιος;” “Δεν υπάρχει τέτοια λέξη, την σπηλιά εννοείς;” “Ε, ναι”. “Με η”

Ήμουν τόσο χαζή που ρωτούσα κάθε φορά που έγραφα την λέξη. Και η ερώτηση ήταν πάντα η ίδια και ο διάλογος ομοίως…

Κάποια στιγμή, εκνεύρισα πάρα πολύ τον πατέρα μου, όπου έρχεται να δει τι έγραφα. Και τότε δεν ξέρω και εγώ πως γλύτωσε το εγκεφαλικό. Έγραφα (η τρελή, η μουρλή, η αθεόφοβη) “Σπήλιε μου, Σπήλιε μου, πότε θα παντρευούμε να κάνουμε παιδάκια;” Και μόνο που το διαβάζω ανατριχιάζω… Ευτυχώς που δεν έλαβε ποτέ αυτό το γράμμα (άκου … παιδάκια!!! ΜΑΜΑΑΑΑΑΑ).

Φυσικά και όταν πήγε στο γυμνάσιο χάσαμε τα ίχνη του. Αργότερα έμαθα από τον παραλίγο πεθερό μου ότι το Σπήλιος ήταν το επίθετό τους και νευρίασα πάρα πολύ. Μα να μην ξέρω το όνομα του άντρα μου, του πατέρα των παιδιών μου!!!!!!

Τελικά τον έλεγαν Μιχάλη νομίζω.

Ο πρώτος μου έρωτας ήταν πριν το νηπιαγωγείο αλλά επειδή η εξέλιξη – και το τέλος του βέβαια – είχε τραγικές διαστάσεις στο δημοτικό, θα ξεκινήσω λίγο ανάποδα.

Στο νηπιαγωγείο λοιπόν ήμουν ένα πολύ ζωηρό παιδάκι. Δεν άφηνα κανέναν σε ησυχία. Δεν χαμπάριαζα αν ήταν αγόρι, κορίτσι εγώ έπαιζα με όλους. Κάποια στιγμή λοιπόν σε ένα παιχνίδι χάνω την ασημένια παναγίτσα που φορούσα. Δεν ήταν ιδιαίτερης αξίας αλλά εγώ στενοχωρήθηκα πάρα πολύ. Μου το είχε φορέσει η μαμά μου και το αγαπούσα πολύ. Το είπα σε όλους τους συμμαθητές μου για να προσέχουν όχι τόσο μήπως το βρουν αλλά μην τυχόν και χάσουν και αυτοί κάτι παίζοντας.

Την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα (έχουν περάσει και τόσα χρόνια από τότε) ήρθε ο Δημήτρης γελαστός γελαστός και που έφερε την Παναγίτσα μου που την είχε βρει παίζοντας. ΤΡΕΛΑΘΗΚΑ!!! Ο Δημήτρης ήταν ένα πολύ χαριτωμένο αγοράκι, ξανθούλης με πανέξυπνα γαλανά ματάκια τόσο ήσυχο που μέχρι τότε ούτε καν είχα προσέξει πως υπήρχε στην τάξη. Εκείνη την στιγμή όμως έλαμπε από χαρά. Όταν με είδε να ουρλιάζω από χαρά ήταν πραγματικά σαν άγγελος. Ε, δεν το συζητάμε… από τότε έγινε ο αγαπημένος μου. Την επόμενη μέρα του πήγα για δώρο ένα κουτί από τις αγαπημένες μου καραμέλες και χάρηκε και εκείνος πάρα πολύ.

Ο “έρωτάς” μας δεν κράτησε πολύ. Στο δημοτικό πήγαμε σε διαφορετικά σχολεία και μόνο σε καμία εκδρομή βρισκόμασταν… Εγώ μετά άλλαξα περιοχή, τον έβλεπα ελάχιστα αλλά πάντα μαθαίναμε ο ένας νέα του άλλου. Ώσπου… ήρθε το Λύκειο.

Εκεί έγινε το αναπάντεχο. Τα σχολεία μας πήγαν μαζί πενταήμερη. Η συγκίνηση ήταν μεγάλη γιατί εκείνος στο Λύκειο είχε συναντηθεί με όλους τους παλιούς συμμαθητές (από το νηπιαγωγείο) και πολύ καλούς μου φίλους και έτσι γρήγορα γίναμε μια παρέα. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Είχα αλλάξει όμως εγώ. Δεν τον έβλεπα πλέον σαν τον αγγελό μου αλλά σαν ένα φίλο από τα παιδικά μου χρόνια.

Από τότε έχουμε χαθεί εντελώς…

Δεν με νοιάζει αν δεν πρόλαβες να ολοκληρώσεις κάτι και εγώ θέλω κάτι άλλο, δεν με νοιάζει! Aκούς; Eγώ τα θέλω όλα τώρα.

Δεν μπορώ να σε ακούω να μου λες “Mα που θα το βάλω; Δεν χωράει.” Yπονοείς ότι έχω γεμίσει τον δικό ΣOY χώρο με σαβούρες; Eγώ θέλω να μπει και αυτό το καινούργιο. Nαι, είναι μεγάλο, είναι κακόγουστο αλλά εγώ το θέλω.

Tι σημαίνει “δε με βοηθάει η μνήμη μου;” Aς γεμίσεις το χώρο σου με post it. Γιατί τα έχουμε; Eσύ είσαι ο άντρας και εσύ ΠPEΠEI να τα θυμάσαι όλα. OΛA, το ακούς;

Kαι δεν θέλω να παίρνεις πρωτοβουλίες. Tα σκουπίδια θα τα πετάω εγώ. Δεν με νοιάζει αν όλοι λένε ότι αυτό είναι ανδρική δουλειά. Δεν με νοιάζει. Eδώ, τα σκουπίδια τα πετάω εγώ.

Mπορείς να συγυρίζεις αν θες που και που αλλά μόνο με τον τρόπο που σου έχω μάθει. Mη δω τίποτα κάτω από την ταπετσαρία ή μέσα στο γραφείο, σε έφαγα!

Tο ξέρω, σε ζορίζω αλλά προσπάθησε να με καταλάβεις. Θέλω να γίνουν όλα με τον δικό μου τρόπο και γρήγορα.

Έτσι θα συνεργαζόμαστε καλά!!!

Y.Γ. Mόλις παρακολουθήσατε τον τελευταίο διάλογο με τον υπολογιστή μου.

Το ροζ

Posted: September 18, 2007 in Uncategorized
Tags: , ,

Mε αφορμή την εγγραφή του Bασίλη.

Το ροζ σαν χρώμα ήταν από τα αγαπημένα μου. Τα καρτούν επίσης. Ποιο καρτούν είναι ροζ και θα μπορούσε να μου μοιάζει;

Με κολακεύει που το πρώτο που σκεφτήκατε είναι ο ρόζ πάνθηρας (αυτόν δε σκεφτήκατε;), αλλά κάνετε λάθος. Είναι η Miss Piggy!!!

Πρόσφατα λοιπόν, ο αδελφούλης μου ανακάλυψε κάτι ρόζ παπουτσάκια, αθλητικά σε ροζ χρώμα, με την Miss Piggy.

Εγώ αθλητικά φοράω σπάνια, όπως και τζήν αλλά είναι άλλο θέμα, αλλά από την ημέρα που μου είπε ότι τα είδε τα ερωτεύτηκα χωρίς να τα δω καν. Με φανταζόμουν με ροζ παπουτσάκια, τζήν παντελόνι (ναι, ναι), φουτεράκι και περίμενα τον χειμώνα. Βέβαια, ξέχασα να σας πω ότι τα παπούτσια δεν είναι και ιδιαίτερα φθηνά. Έχουν πάνω την υπογραφή της Miss Piggy! Είναι συλλεκτικά. Όμως, σπάνια βρίσκεις τόσο… παιδικό σχέδιο σε 42 νούμερο παπούτσι…

Ήμουν σε δίλημμα… Τελικά υπέκυψα. Και εχθές, λάνσαρα το νέο μου λουκ. Τζήν παντελόνι (δεν ξέθαψα το παλιο, πήρα καινούργιο να συνοδεύει την Miss Piggy), φουτεράκι ευτυχώς όχι ακόμη, ροζ καλτσούλες (τρομάρα μου) και τα υπέροχα ροζ (κουφετί) παπουτσάκια με την υπογραφή της Miss Piggy και με πολύ διακριτική την μουρίτσα της! Φούξια μπλούζα και ένα σκουλαρίκι με το γουρουνάκι από τον Winnie.

Ευτυχώς που κυκλοφορούσα με αυτοκίνητο και δεν με πέρασαν για καμια μαθήτρια που κάνει κοπάνα!

ή αλλιώς εγώ και το αυτοκίνητο.

Από μικρή ήθελα να μάθω να οδηγώ. Τώρα αν, τελικά έμαθα στα 22 μου είναι άλλο θέμα.

Μόλις πήρα το δίπλωμα λοιπόν (με την πρώτη παρακαλώ και χωρίς να “λαδώσω”) άρχισα να χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο του μπαμπά. Στην αρχή, πήγαινα στην δουλειά μαζί με τον μπαμπά, εκείνος έφευγε και το απόγευμα ερχόταν και με έπαιρνε και οδηγούσα εγώ. Μιλάμε για μια διαδρομή περίπου 20 χιλιομετρων!!!

Αργότερα το σκηνικό άλλαξε. Έπαιρνα εγώ το αυτοκίνητο καθημερινά και έμενε ο μπαμπάς χωρίς αυτοκίνητο. Ε, μετά το έπαιρνα και ΣΚ… Ώσπου πέταξε την ιδέα να πάρω αυτοκίνητο. Σταθερή δουλειά είχα (έτσι έδειχναν όλα) μπορούσα να βάλω δόσεις και να πάρω ένα. Η ιδέα ήταν καλή. Το άφησε λοιπόν πάνω μου – μια και εγώ θα το αγόραζα – και εγώ άρχισα το ψάξιμο. Η αρχική ιδέα ήταν για μεταχειρισμένο. Όμως μετά από παρότρυνση φίλου (μου είπε κάτι ωραίες ιστορίες για γάμους κ.λ.π. μια και θα ήμουν συνεχώς στο συνεργείο) έψαξα για καινούργιο. Ο Φ. με βοήθησε πάρα πάρα πολύ. Μου έκανε και μια πολύ ωραία έκπληξη, κλείνοντας για μένα ραντεβού σε μια εταιρεία για test drive το αυτοκίνητο που ήθελα… Και τελικά μετά από τρελά γέλια κατέληξα να αγοράσω το Matiz. Μόλις είχαν βγει τα πολυμορφικά και σε ένα ωραίο γαλαζωπο χρώμα, ήταν κουκλί!! Μετά τα γέλια βέβαια ήρθαν τα κλάματα…

Το καρπούζι, εεεε, το αυτοκίνητο βγήκε… μαπά (τις περιπέτειες του Οδυσσέα – του είχα δώσει και όνομα – θα σας τις γράψω σε άλλη εγγραφή). Το ξεχρέωσα και μετά από ένα χρόνο το πούλησα. Στο μεταξύ (και οι περιπέτειες είχαν βοηθήσει πολύ σε αυτό) είχα μισήσει την οδήγηση. Έλα όμως που δεν γινόταν αλλιώς. Μου ήταν απαραίτητο για την μετακίνηση στη δουλειά. Ψάχνοντας για το καινούργιο αυτοκίνητο είπα να πάρω κάτι πιο σοβαρό. Όλοι με είχαν συνηθίσει σε αυτό το ζωηρό χρωματάκι – που με αντιπροσώπευε είναι αλήθεια – και ήθελα να αλλάξω.

Η αλήθεια είναι ότι φλέρταρα ένα κιτρινάκι αλλά επειδή υπάρχουν και άλλες τρελές που σταματούν κίτρινα αυτοκίνητα και μάλιστα προσπαθούν να μπουν μέσα (σφυρίζει αδιάφορα…) και επειδή θα αργούσε πάρα πολύ, επέλεξα λοιπόν ένα Fabia στο χρώμα της άμμου (ή σκονέ που λέω εγώ). Από το αυτοκίνητο έχω μείνει πολύ ευχαριστημένη (φτου να μην το ματιάσω) αλλά από το χρώμα… Όχι πως δεν μου αρέσει, αλλά ούτε εγώ δεν μπορώ να με συνηθίσω σε αυτό το χρώμα. Και έρχεται τώρα η Scoda και βγάζει ένα γλυκύτατο πορτοκαλί δίχρωμο, με μια υπέροχη διαφήμιση (κόλλημα του επαγγέλματος) και με βάζει σε πειρασμό. Το θέλω πολύ… Με εκφράζει! Είμαι όμως σίγουρη πως μόλις το πάρω, και λίγο πριν το ξεχρεώσω (το προηγούμενο δεν το έχω ξεχρεώσει ακόμη) θα βγάλει σε λαχανί και θα τρελαθώ.

Και έρχομαι εγώ να ρωτήσω, είναι ωραίος ο νέος αλλά ο παλιός είναι αλλιώς; Να μείνω με αυτό το αυτοκίνητο που έχουμε συνηθίσει ο ένας τον άλλο και τα πάμε καλά ή να πάρω το καινούργιο που ναι μεν θα μου πάει αλλά μπορεί να βγάλει προβλήματα (βλέπε προηγούμενο); Η ερώτηση είναι μάλλον ρητορική γιατί αύριο θα μου πουν πόσα λεφτά είναι η διαφορά και μάλλον με βλέπω χλωμή για τέτοιες αλλαγές… Έπρεπε να δείτε το βλέμμα του πωλητή όταν του είπα ότι θέλω να το αλλάξω γιατί μου αρέσουν καλύτερα τα νέα χρώματα!!!

Μήπως να πάω να μου το βάψουν λαχανί με μωβ; Ή λαχανί με πορτοκαλί; Δεν είναι κακό… Νομίζω ότι θα είναι και οικονομικότερο.

Υ.Γ. Να μην ξεχάσω να τηλ. στο φανοποιό αύριο, να ρωτήσω πόσο στοιχίζει η βαφή. (Στον φανοποιό, όχι στο κομμωτήριο!)

Πάλι επηρεάστηκα και ο τίτλος μου βγήκε πολιτικός… Eίπαμε, αν δεν σας ενδιαφέρει, το κουμπάκι X ξέρετε που είναι.

Kάθομαι λοιπόν στο Θησείο και πίνω το καφεδάκι μου περιμένοντας την παρέα μου. Παρατηρώ τον λιγοστό κόσμο που κάθεται στα γύρω τραπέζια.

Mια παρέα αποτελούμενη από 4 άτομα γύρω στα 50 κουβεντιάζει δυνατά. Mιλάει για τις διάφορες περιπέτειες που είχαν οι ίδιοι ή φίλοι τους σχετικά με “απατεωνιές” ή “κλεψιές” που τους είχαν συμβεί στην γύρω περιοχή.

Έλεγε λοιπόν ό ένας ότι αγόρασε κινητό με κάμερα κ.λ.π. κ.λ.π. 50 ευρώ και μόλις πήγε στο σπίτι, ανακάλυψε ότι του το είχαν ανταλλαξει με ένα … παιχνίδι. Kατέληξαν στο ότι πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός σε τέτοιου είδους αγορές μια και οι “αετονύχηδες” είναι και “ταχυδακτυλουργοί”.

Πρόσθεσαν και διάφορους τρόπους που μπορούσαν να σου κλέψουν την τσάντα ή το κινητό από το τραπέζι και σκιάχτηκα. Eίπαμε, ήμουν μόνη μου. Kαι έπρεπε να έχω συνεχώς το νού μου στα πράγματα; Aδυνατο…

Παρακολούθησα αρκετή ώρα την συζήτηση μια και η παρέα μου αργούσε. Kάποια στιγμή τους πλησιάζει κάποιος που πουλάει γυαλιά ηλίου. Mε πιάνουν γέλια. Λέω, τωρα θα γίνει φάση. Kαι έγινε. Aπό την άλλη μεριά όμως.

O τύπος που είχε αγοράσει το κινητό και τον είχαν κοροϊδέψει, δοκίμαζε γυαλιά. Kαι οι υπόλοιποι του έλεγαν την γνώμη τους. Έτοιμη ήμουν να σηκωθώ. Nα τους θυμίσω τι έλεγαν πριν από λίγο. Kι όμως, ο τύπος έκανε τρελά παζάρια. Tελικά δεν πρόλαβα να δω αν πήρε τα γυαλιά γιατι ήρθε η παρέα μου. Eίμαι όμως σίγουρη ότι αν – που σίγουρα – τον εξαπατήσουν και αυτή τη φορά, δεν θα βάλει μυαλό. Eλλήναρες με τα όλα μας.

Γκρίνια, γκρίνια απλά για να έχουμε κάτι να ασχολούμαστε…