Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Ε, ναι! Τόσα χρόνια νονά, έχω αγοράσει πολλές λαμπάδες για  βαφτιστήρια και φίλους. Και πάντα έλεγα: «Του χρόνου θα την φτιάξω μόνη μου…» Και αυτό το «του χρόνου» δεν ερχόταν ποτέ.

Το πλησίασε λιγάκι πέρυσι, που το ένα βαφτιστήρι μεγάλωσε αρκετά και εγώ ήθελα να του κάνω δώρο ένα usb stick. Η ιδέα του να «κρεμάσω» το δώρο πάνω στο κερί, στέφθηκε με μεγάλη… αποτυχία. Δεν την έλεγες και ωραία αλλά ουσιαστικά το δώρο ήθελα να του δώσω.

Φέτος, αποφασίσαμε με το κατηχητικό να φτιάξουμε λαμπάδες. Για έναν περίεργο λόγο, αυτόματα προθυμοποιήθηκα να αναλάβω και εγώ κάποιες. Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη χρονιά, η σχέση μου με τις κατασκευές αναθερμάνθηκε και έτσι μου βγήκε αυθόρμητα. Ιδέες είχα πολλές. Και τα αντίστοιχα υλικά. Την εμπειρία δεν είχα. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω στο διαδίκτυο tips για αποφυγή λαθών και κυρίως λαμπαδιάσματος.

Και τα κατάφερα. Βρήκα το χρόνο (κάνοντας κοπάνα από ένα μάθημα), δημιουργήσα το χώρο (ένα μικρό κομμάτι στο γραφείο μου), έκανα ανασκαφές σε κουτιά και κουτάκια για να συγκεντρώσω τα υλικά (που δε χωρούσαν εύκολα πάνω στον μικρό χώρο του γραφείου) και ξεκίνησα.

Ήταν μια υπέροχα διασκεδαστική διαδικασία που εναλλάσονταν τα άααααου με τα ουάααου. Κάψιμο το πρώτο, θαυμασμός το δεύτερο.

Και ιδού το αποτέλεσμα:

12efaa66-0c75-465e-a5f7-8bd79e1b6796.jpeg

Χάρηκα πολυ γιατι άρεσαν και σε άλλους, όσο σε μενα και ετσι… συνέχισα.

Νομιζω οτι θα το καθιερωσω…

Μια μεγάλη αγάπη μου είναι ο κινηματογράφος. Δεν ξέρω ακριβώς το λόγο. Μάλλον γιατί δεν είναι μόνο ένας.

Με θυμάμαι να πηγαίνω σινεμά από πολύ μικρή. Όταν ακόμη δεν προλάβαινα να διαβάσω τους υπότιτλους και ο αδελφός μου αναλάμβανε να το κάνει αυτό για μένα. Τώρα που το σκέφτομαι, δε θα ήθελα να κάθομαι κοντά μας.

Επίσης θυμάμαι ότι πρώτη φορά με άφησαν οι γονείς μου να δω έργο χωρίς την παρουσία τους σε θερινό, σε ηλικία 10 ετών. Ακόμη καμαρώνω γιαυτό κι ας ξέρω ότι απλά μας (εμένα και μια φίλη μου) άφησαν έξω από το σινεμά και ήρθαν να μας πάρουν μόλις τελείωσε.

Αργότερα, στην εφηβεία, το σινεμά ήταν η αγαπημένη μου έξοδος. Η δεκαετία του ΄90 είχε και μπόλικο καλό υλικό. Φανατική αναγνώστρια του περιοδικού «Σινεμά», ανακάλυψα τις avant premiere, και τα back to back. Έτσι, σχεδόν κάθε Κυριακή μεσημέρι στριμωχνόμουν στους αγαπημένους κινηματογράφους της Αθήνας και περίμενα υπομονετικά να δω πρώτη την ταινία της εβδομάδας. Κάποιες φορές την έβλεπα καθισμένη στο διάδρομο. Είχε την πλάκα του. Άλλες πάλι φορές, πήγαινα και το απόγευμα σινεμά για δεύτερη ταινία. Ή ξεκινούσα από το απόγευμα και έβλεπα δύο ταινίες συνεχόμενες.

Μετά, ήρθαν οι πολυ-κινηματογράφοι. Πιο άνετες θέσεις, πιο πολλή βαβούρα, περισσότερος κόσμος, χωρίς διάλειμμα… Έχασε την αίγλη του. Εκεί κάπου χάθηκα. Για κάποιο λόγο, κουραζόμουν. Έδινα μισή ώρα στην ταινία και αν δεν είχε ενδιαφέρον, απλά αφηνόμουν στη θαλπωρή της αίθουσας. Μου εξηγούσαν οι υπόλοιποι της παρέας, τα κενά που είχα στο έργο. Όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο βέβαια. Ειδικά αν η ταινία δεν άρεσε ούτε σε κείνους. Όμως συνέχιζα να πηγαίνω. Με χαλάρωνε. Μου έδινε χρόνο να σκεφτώ. Να βρίσκομαι με κόσμο αλλά να μη χρειάζεται να μιλάω. Να είμαι εκεί και παράλληλα να είμαι αλλού.

Τα θερινά είναι ένα κεφάλαιο από μόνο τους. Πραγματικό ταξίδι με όλες τις αισθήσεις. Μυρωδιά απο αγιόκλημα, γιασεμί αλλά και ποπ κορν και σουβλάκια. Ξέφευγε λίγο το βλέμμα και κοιτούσα τα αστέρια. Πολλές φορές είδα κάποιο να πέφτει. Άλλες φορές η θέα ήταν οι περίοικοι που μάζευαν τα απλωμένα ρούχα ή η Ακρόπολη. Όμως για τα θερινά θα γράψω άλλη φορά.

Το καλύτερο σημείο της ταινίας, πάντα αλλά ιδιαίτερα τα τελευταία – πιο ώριμα – χρόνια, είναι η συζήτηση μετά. Για την ακρίβεια, οι ατέλειωτες συζητήσεις μετά – με παρέα ή χωρίς. Κάποιες από αυτές, θα μεταφέρω και εδώ. Εν καιρώ…

Μείνετε σε αναμονή.

 

 

 

– Ξέρεις που θα κατέβουμε με το τράμ;;

– όχι, αλλά θα το δούμε μην ανησυχείς.

– χιχι κοίταξα εγω στο site του ΟΑΣΑ. Θα κατέβουμε στη στάση Μ.Α.

… προχωράμε… βλέπουμε το πάρκο (2 στάσεις πριν την στάση)…

-Να κατέβουμε;;

– όχι ρε σύ, Μ.Α. λέει…

– (στην επόμενη στάση): δε φεύγουμε μακριά;;;

– Μπα όχι, μάλλον γυρίζει και μας βγάζει σε άλλη είσοδο του πάρκου.

– Δε νομίζω να είναι τόσο μεγάλο το πάρκο

– Αλλά έχει πολλές πόρτες..

– Καλά, ας πάμε με το manual

Κατεβαίνουμε στη Μ.Α.. Πουθενά πάρκο.

– Πάμε με τα πόδια πίσω…

– Κάτσε να ρωτήσω στο φούρνο… Κάπου εδώ κοντά θα έχει πόρτα.

(ο δρόμος όλος μαγαζιά… πουθενά πάρκο…)

Κοπελίτσα στο φούρνο: Όλο ευθεία το δρόμο, θα περάσετε την πλατεία (που είχαμε περάσει 2 στάσεις πριν) και θα το δείτε φαίνεται…

-: τσιου τσίου… ας περπατήσουμε να κάνουμε και γυμναστική…

–  (στην επιστροφή – από άλλο δρόμο): Τελικά ίσως και να ήταν κοντά και η στάση Μεγάλου Αλεξάνδρου…

Στην αρχή ήταν ο λόγος. Η ομιλία, η φωνή, ο ήχος. Ερώτηση – Απάντηση. Μιλάω – μιλάς. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ.

Δεν υπήρχαν προβλήματα, δεν υπήρχαν θέματα και όλα ήταν καλά.

Και μετά δημιουργήθηκε η ανάγκη αυτά που λέμε και κάνουμε, να τα κάνουμε γνωστά και στους άλλους. Γιατί τι νόημα έχει να χτυπήσεις ένα αγριογούρουνο αν δεν το μάθουν όλοι; Πως όμως; Ζωγραφίζοντας. Τον κυνηγό, το αγριογούρουνο και μετά το αγριογούρουνο λαβομένο. Ναι, ναι. Τώρα όλοι όσοι περνάνε από εκεί, βλέπουν, διαβάζουν το κατόρθωμα.

Και για κάποιο διάστημα δεν υπήρχαν προβλήματα και όλα ήταν καλά.

Όμως…

Ποιός είναι αυτός ο κυνηγός; Έπρεπε να έχει μια ταυτότητα. Άσε που το αγριογούρουνο μπορεί να μοιάζει και με λιοντάρι και να δημιουργηθούν λανθασμένες εντυπώσεις.

Και κάπως έτσι ανακαλύφθηκε το αλφάβητο.

Ότι ήθελες το έγραφες (το σκάλιζες για την ακρίβεια) και στο τέλος έβαζες και την ταυτότητά σου (ένα σύμβολο, κάτι χαρακτηριστικό που όλοι αναγνώριζαν ως δικό σου).

Και έτσι αποκαταστάθηκε η επικοινωνία.

Όμως το σκάλισμα ήταν δύσκολο και χρονοβόρο. Έτσι σιγά σιγά ανακαλύφθηκε το μελάνι, το στυλό, το πληκτρολόγιο.

Τότε άρχισαν να φαίνονται και τα πρώτα προβλήματα. Η ευκολία της γραφής, αύξησε την ταχύτητα μεταφοράς ενός μηνύματος αλλά παράλληλα μείωσε την επεξεργασία του μήνυματος. Έτσι έχουμε έναν καταιγισμό μηνυμάτων που τα περισσότερα εκφράζουν την σκέψη της στιγμής, του δευτερολέπτου. Και έχουμε πλέον και πολλά μέσα. Δεν χρειάζεται πλέον να πάρεις το χαρτί, το μολύβι και να γράψεις τις σκέψεις σου. Tις πληκτρολογείς. Όχι μόνο στο σπίτι, ούτε μόνο στο γραφείο. Παντού. Στο δρόμο. Στο αυτοκίνητο. Στις διακοπές. Στην τουαλέτα. Και όπου αλλού μπορείς να φανταστείς. Όσο πιο απίθανο σημείο, τόσο το καλύτερο.

Μετά, αρχίσαμε να βιαζόμαστε. Να κάνουμε λάθη. Να κόβουμε λέξεις. Να αφαιρούμε όσα δεν θεωρούμε απαραίτητα. Βασικά να αφαιρούμε ότι θεωρούμε “συμφραζόμενο”. Aυτό ήταν μεγάλο πρόβλημα. Γιατί όλοι δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Kαι αυτό που για σένα είναι συμφραζόμενο, για μένα θέλει εξήγηση.

Eπειδή όμως θέλαμε να επικοινωνούμε, κάναμε τα πάντα. Aρχίσαμε να σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Όλοι μαζί, μια παρέα. Kαι πλέον όλοι καταλάβαιναν ότι WTF δε σημαίνει Welcome To Facebook, ούτε Wednesday, Tuesday, Friday. Αφού λοιπόν μπορέσαμε να ξεπεράσουμε και αυτό το σκόπελο αρχίσαμε να εμπλουτίζουμε τις κωδικοποιημένες λέξεις μας με εικόνες. Επειδή όμως είχαμε “διδαχθεί” από την ιστορία είπαμε να σχεδιάζουμε με οικείους χαρακτήρες. Γράμματα. Kαι σύμβολα.  Έτσι, αρχίσαμε να μοιράζουμε 🙂 αντί για αληθινά χαμόγελα,  😦 αντί για έκληση για μια αγκαλιά, :-* αντί για φιλιά, :-Ρ αντί για το χαριτωμένο βγάλσιμο της γλώσσας, 😉 αντί για κλείσιμο ματιού (που από μόνο του δημιουργούσε πρόβλημα).

Περάσαμε μια δύσκολη περίοδο προσαρμογής μέχρι να καταλάβουμε τι ήθελε να πει ο ποιητής. Άσε που τα άτιμα εμφανίζονταν και όταν δεν ήθελες. (π.χ. (με ρώτησε τι κάνεις;) ) και τσούπ εμφανιζόταν το κλείσιμο του ματιού. Πώς είπατε; Άλλες 10 (τουλάχιστον) λέξεις για να εξηγήσουμε ότι το ματάκι δεν το κλείσαμε εμείς, αλλά εμφανίστηκε μόνο του.

Και πάνω που τα συνηθίσαμε αυτά ήρθε το κουμπί. Ποιό κουμπί; Μα το μαγικό κουμπί της επικοινωνίας φυσικά. Το like.  Ένα like ήταν όλη μας η επικοινωνία πλέον. Αυτό το like σήμαινε πολλά. Ναι, μου αρέσει αυτό που γράφεις. Δε μου αρέσει αυτό που γράφεις (γιατί είναι κάτι καταθλιπτικό) αλλά μου αρέσει ο τρόπος που το γράφεις. Ναι, είμαι εδώ. Όχι, δεν είμαι εδώ, απλά πέρασα να σου πω ότι ήμουν εδώ. Θέλω κάτι να γράψω αλλά φοβάμαι, οπότε ας πατήσω το like που είναι πιο ανώδυνο. Δε θέλω να γράψω τίποτα, αλλά μου αρέσουν τα κουμπάκια, οπότε like.

Και κάτσε εσύ σα βλκς να προσπαθείς να βγάλεις νόημα ;-)…

Υ.Γ. Και για να σας προλάβω. Like.

Με λαϊκή διάθεση

Posted: November 12, 2010 in Uncategorized

Δε με πιάνει τόσο συχνά όσο κάποιοι νομίζουν. Αλλά όταν με πιάνει, δε με αφήνει αν δεν πιάσω πάτο.

Δεν κοιτάζει ώρες. Μπορεί να είναι πρωί, πηγαίνοντας στη δουλειά ή βράδυ επιστρέφοντας.

Δεν κοιτάζει ψυχολογική κατάσταση. Μπορεί να είμαι χαρούμενη, νευριασμένη, έτοιμη για σκανδαλιά ή θυμωμένη.

Σαν κομμάτι από μένα, την αγαπώ αυτή τη διάθεση. Της δίνω το χώρο που χρειάζεται και καμιά φορά της πετάω και λουλούδια!

Είχα καιρό να εκνευριστώ… Για την ακρίβεια, είχα αποφασίσει να μην αφήσω κανέναν να με εκνευρίσει. Αλλά…

Για άλλη μια φορά απέδειξες ότι είσαι ανίκανος να χειριστείς ένα απλό θέμα. Λυπάμαι που στο λέω αλλά η θέση του “ηγέτη” πρέπει να δίνεται σε αυτούς που μπορούν να δίνουν λύσεις στα προβλήματα. ΟΚ. Δεν έφταιγες εσύ. Ούτε όμως και εγώ. Και εγώ δεν νευρίασα με το λάθος. Νευρίασα με την ανικανότητά σου να προτίνεις κάτι άλλο. Και περίμενα να δω τι θα πεις. Ήλπιζα μέχρι τελευταία στιγμή. Ήλπιζα και εκ των υστέρων να πεις κάτι.

Και είπες… Εκ του ασφαλούς μεν αλλά το δέχτηκα. Μπορεί να άργησες να το σκεφτείς είπα. Ας μη σε κατηγορώ λοιπόν.

Ούπς! Κάνεις το ίδιο λάθος δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα. Συγγνώμη κιόλας, αλλά δεν ήθελα χάρη. Λεφτά ήθελα να σου δώσω. Και σου είπα ότι είμαι κομμάτια και πρέπει να φύγω. Και όμως περίμενα 20 λεπτά να χαζογελάσεις.Και τελικά έφυγα. Χωρίς να σου πω τίποτα.

Προφανώς τσαντίστηκες. Και μου την είπες. Για άλλο λόγο. Για τον λάθος λόγο, μια και εγώ ήμουν ξεκάθαρη από την αρχή. “Ας το ξεκινήσουμε έτσι, αλλά ίσως χρειαστεί να αλλάξει στην πορεία”. Και χρειάστηκε. Και η αντίδρασή σου ήταν… “δεν μπορούν όλα να γίνονται όπως θες εσύ”. Και μένω ηλίθια. Και κερατάς και δαρμένος; Είναι πολύ… Νόμιζα. Γιατί μπορεί να γίνει και χειρότερο.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνω.

– Πρόταση. (ο τόνος της φωνής σου, δε μου άρεσε. Το ξέρεις ότι αν προσπαθήσεις να μου επιβάλεις κάτι, δεν θα τα καταφέρεις. Και είχες ακριβώς αυτό το ύφος. “Κάτσε να την πιάσω στον ύπνο”)

– Ακούω. (ας πάρω και εγώ αυτό το ύφος)

Και η πρόταση ήταν δελεαστική. Μια άλλη φορά όμως. Όχι τώρα. Όχι τελευταία στιγμή. Όχι με αυτό το ύφος. Και αρνήθηκα. (ευτυχώς πρόλαβα να σκεφτώ ότι θα είμαι εκτός) Και η απάντησή σου ήταν… “να ξέρεις ότι μίλησα πρώτα με τους ανθρώπους που θεωρώ δικούς μου, αλλά τι να σε κάνω, μου αρνείσαι. Μετά μην ζητάς να το ξανακάνουμε”. Και μένω ηλίθια. Θέλω να σε βρίσω. Αλήθεια το θέλω πολύ.

Ειλικρινά, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι όλα καλά; Ότι είσαι ο κύριος Τέλειος. Ο σούπερ ντούπερ;

Υ.Γ. Προσπάθησα πολύ να μην “ζωγραφίσω” ξεκάθαρα το χώρο που αναφέρεται το περιστατικό για να μη θίξω άτομα (τρομάρα μου). Φοβάμαι ότι στην προσπάθεια μου αυτή, έχασα την μπάλα και δε θα καταλάβετε τίποτα. Δεν πειράζει. Εγώ τα έγραψα και ησύχασα.

Ζορίστηκα πολύ να επιλέξω ανάμεσα στους θησαυρούς, τους 5 πολυτιμότερους. Και φυσικά δεν τα κατάφερα. Έτσι, οι 5 θησαυροί δεν είναι 5…

Ξεκινάμε με χρονολογική σειρά.

1993. Στο φροντιστήριο. Ο Θέμης ζωγραφίζει το τετράδιο μου. Με τον Θέμη χαθήκαμε (ελπίζω βλαμένο, να ακολούθησες το όνειρό σου). Το graffity διακοσμεί το γραφείο μου…

Οι συγκάτοικοι. Πάνω που είχα ξεπεράσει την ηλικία των χιλιάδων λούτρινων πάνω στο κρεβάτι, ήρθε το παπί. Ήταν – μάλλον- συλλογικό δώρο αλλά εγώ είχα συνδυάσει μόνο τον Νίκο με αυτό. Ίσως γιατί παρόλο που εγώ είχα το nick εκείνος ήταν το παπάκι. Ο Νίκος “έφυγε” νωρίς και το παπάκι μου τον θυμίζει κάθε μέρα.

To βατράχι το πήρα μόνη μου. Αλλά έχει “υποστεί” τόση αγάπη πάνω του που ανήκει στους θησαυρούς μου.

Το δελφινάκι (ναι, δελφίνι είναι αυτό το κατσιασμένο) είναι ένα δώρο από την Καλλιόπη και την Ιουλία. Το ιδιαίτερο σε αυτό είναι ότι μου το έφεραν την ημέρα που έχασα τον μπαμπά μου.

Το μαξιλάρι με τον tweety το ζωγράφισαν τα ομαδόπουλά μου στην κατασκήνωση, στην κυριολεξία κάτω από την μύτη μου. Μου το έδωσαν στο Σούνιο.

Οι κούπες μου. Δώρα του αδελφού μου.

Το μπαουλάκι με τους μικρούς θησαυρούς. Πριν 2 χρόνια αρκετοί γνωστοί (και κάποιοι άγνωστοι) και φίλοι γέμισαν το μπαουλάκι με δωράκια και καρτούλες. Ακόμη μυρίζει… αγάπη.

 

Η σοκολάτα φράουλα που μου έστειλε πέρσυ ο Μανώλης. Μαζί με το post it. Και τα σοκολατάκια που μου έστειλε με το ταχυδρομείο στη δουλειά, η Νάντια. (δυστυχώς, δε βρίσκω το κουτάκι, το έχω όμως…)

Η ποδίτσα μου. Δώρο της Μαλίνας για να πρώτα γενέθλια του LNA’s cafe.

Τέλος, το περσινό δώρο του Βασίλη για τα γενέθλιά μου. Ένα ημερολόγιο στο οποίο είχε γράψει αποσπάσματα από όλες τις εγγραφές μου.

Στα ανεκτίμητα που δεν έχουν φωτογραφίες αλλά θέση στην καρδιά μου: η έκπληξη στα γενέθλια μου στη “Ζωή ποδήλατο” (ξέρεις γιατί), η εγγραφή του Πέτρου για τα περσυνά γενέθλια, οι καρτούλες που λαμβάνω κατά καιρούς (Μαφάλντα keep doing it), τηλέφωνο “δεν είμαι καλά”, αλλαγή προγράμματος και η παρέα είναι δίπλα μου, το απίστευτο βράδυ στην Enzzo (ξέρεις Ντινούλα… “μόλις χώρισα”), το ραντεβού για test drive, το απρόσμενο σινεμά αργά το βράδυ (ετοιμάσου, έρχομαι να σε πάρω) και πολλά πολλά άλλα.