Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Ξημερώνει η ημέρα του διαγωνισμού και εγώ είμαι ένα πτώμα. Χαμογελάω… Σήμερα θα το ευχαριστηθώ. Χαζοχουζουρεύω και σκέφτομαι. Τα περσινά γέλια… Τον Μανώλη με την κάμερα. Ωχ, ο Μανώλης δε θα είναι. Και εγώ πως θα γελάω μετά; Μήπως να αγόραζα επιτέλους αυτή την κάμερα που σκέφτομαι εδώ και καιρό;

Ναι, ναι. Είναι καλή ιδέα. Τώρα. Γιατί αργότερα έχω ταξίδια και δε θα είναι το καλύτερο μου οικονομικά.

– Μαμά, θα πάω να αγοράσω κάμερα.

– Καλά, κοιμήσου λίγο ακόμη και θα σου περάσει.

Δε μου πέρασε. Σηκώνομαι. Πάω κομμωτήριο, το αυτοκίνητο για πλύσιμο (ξεμπίχλιασμα για την ακρίβεια) και επιστρέφω.

– Αδελφέ, θέλω να αγοράσω καμερα. Για αυτόν και αυτόν το λόγο. Ψάξε να μου βρεις κατι…

Και φυσικά ο αδελφός ψάχνει. Και βρίσκει. Αλλά δεν είναι διαθέσιμο πριν την Πέμπτη. Όχι, εγώ σήμερα την θέλω. Να βρούμε κάτι άλλο. Και βρίσκουμε. Και υπάρχει. Και είναι και οικονομική. Και μπαίνω στο αυτοκίνητο και πάω να την πάρω. Θα πάρω και καρτούλα (ευτυχώς γιατί δεν είχε μέσα).

Επιστρέφω σπίτι. Δεν έχω χρόνο. Πρέπει να την φορτίσω. Η μπαταρία είναι ήδη μέσα. Την βάζω στην πρίζα. Ανάβει το κοκκινο λαμπάκι (λογικά, ένδειξη ότι φορτίζει). Την ανοίγω, την χαζεύω λίγο.

Ωχ! Πρέπει να διαβάσω τις οδηγίες. Όχι τίποτα άλλο, θα είναι και ο Πέτρος το βράδυ και θα με εξετάσει σίγουρα.

Όλα καλά έως εδώ. Δεν έχει φορτίσει πλήρως αλλά πρέπει να φύγω.

Φτάνω στη σχολή. Ας την ανοίξω να δω πως φαίνεται. Ας την ανοίξω λέμε… Γιατί δεν ανοίγει; Χμ… θέλει να φορτιστεί πλήρως.

– Μπορούμε να την βάλουμε στην πρίζα;

– Βεβαίως.

Τι καλά…

Την ώρα που έρχεται ο Πέτρος με την Μάνια (ε, καλά δεν ήρθαν ακριβώς μαζί, ήρθαν την ίδια ώρα) λέω κάτσε να δω την καμερα.

Δεν άναβε το λαμπάκι. Ουάου.. φόρτισε.

Ας την ανοίξω. Ας την ανοίξω λέμε…. Σουσάμι άνοιξε! τίποτα. Γκρρρρρ

Λύση νούμερο 2. Τραβάμε φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες. Και ένα βίντεο με την μηχανή του Πέτρου. Σαν υπάκουα παιδιά (λέμε τώρα) εντελώς τυχαία χορεύουμε συνεχώς από την πλευρά που θα ήταν ο Πέτρος.  Δεν ήταν όμως. Γιατί δεν πρόλαβε  να φτάσει. Και έτσι το βίντεο υποψιάζομαι ότι είναι λίγο μακρινό.

Φωτογραφίες έχουμε (ελπίζω) αλλά όχι άμεσα διαθέσιμες γιατί η μηχανή μου μάλλον κόλλησε και ενώ η Μάνια νόμιζε ότι έβγαζε, δεν βγήκε καμία. Άγγελε, στηρίζω όλες τις ελπίδες μου πάνω σου.

(Παρένθεση: Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού ήταν να το ευχαριστηθώ πάρα πάρα πολύ. Δεν πέρασα στον τελικό αλλά δεν ήταν αυτός ο στόχος.)

Η επόμενη μέρα:

Τηλέφωνο από αδελφό.

– Όλα καλά με την κάμερα;

– Ρε συ, δεν δουλεύει αν δεν φορτιστεί πλήρως μαλλον. Και έτσι τζίφος.

– Περίεργο. Έβαλες καλά την μπαταρία;

– Ήταν ήδη μέσα.

– Διάβασες τις οδηγίες;

– Γκρρρρ ναι.

– Ψάξε στο ίντερνετ μήπως λέει πόσες ώρες θέλει φόρτιση.

Και ψάχνω. Και ψάχνω. Και δε βρίσκω. Αει σιχτίρ. Θα την αφήσω να φορτίζει αιωνίως.

Ψάχνω το κουτάκι. Καλώδια παντού. Α! Οι drivers. Κάτσε να τους έχω προχειρους, μήπως φορτιστεί κάποια στιγμή και χρειαστούν για να την δει το pc (γιατί το mac δεν κολλάει σε τέτοια).

Ένα χαρτάκι στον πάτο. Τι είναι αυτό;

“Please remove the insulator on battery connection before use” ελληνιστί βγάλτε το ρημάδι το νάυλον από την μπαταρία (το οποίο είναι διάφανο και κολλημένο τόσο καλά που με το ζόρι φαίνεται)

Ετοιμαζόμαστε για διαγωνισμό. Τι ετοιμαζόμαστε δηλαδή από την μία οι ιώσεις μου, από την άλλη οι υποχρεώσεις μου στην ένωση έχω χάσει δεν ξέρω και εγώ πόσα μαθήματα. Παρόλα αυτά ετοιμαζόμαστε.

Από την αρχή της προετοιμασίας θέλω να ξεκαθαρίσουμε κάποια θεματάκια. Ήθελα. Έφτασε το τελευταίο μάθημα και ακόμη στον αέρα ήταν. Μάθημα λοιπόν έκτακτο με τον περσινό καβαλιέρο. Θα μείνει και φέτος ή θα το πάμε κανονικά με το δάσκαλο; Έλα μου ντε;

– Αλήθεια, μαζί θα χορέψουμε;

– Δεν ξέρω ρε Έλενα. Αναλόγως το πρόγραμμα.

– Καλά. Δε με νοιάζει. Απλά αν χορέψουμε μαζί πρέπει να σου επισημάνω κάποια κολπάκια.

– Ορίστε; Κάνουμε και κολπάκια;

– Κάτι ψιλά.

– Για να σε δω πρώτα απ’ όλα. Καιρό έχω να σε χορέψω.

Με πέτυχε σε μέρα με τρελά κέφια. Και φυσικά αυτό βγήκε στα βήματα.

– Δεν είσαι εσύ…

– Τι εννοείς;

– Εσύ πετάς…

– και εσύ. Βλακείες.

– Λοιπόν περίμενε λίγο…

Βγαίνει έξω. Χτυπάει την πόρτα του δασκάλου.

– Την Έλενα την χορεύω εγώ.

– Δεν κατάλαβα… την μαθήτρια μου;

(οι 2 μαθήτριες που ήμασταν παρούσες απλά γελάγαμε)

– Ναι. Είναι αστεράτη και θα την χορέψω εγώ.

– Έλενα, εσύ το δέχεσαι;

Ας χαζέψω τα CD.

– Δεν έχει θέμα να το δεχτεί ή όχι. Εγώ θέλω να χορέψει μαζί μου. Πετάει…

– Ώπα (ξύπνησε το κρητικό αίμα που ΔΕΝ έχω) αυτό είναι άδικο. Ο άλλος έφαγε όλο το πακέτο να φτάσουμε ως εδώ και εσύ θα πάρεις την δόξα (εγώ αυτομάτως έγινα η δόξα – ή η λόξα)

– Δηλαδή αρνείσαι;

– Δεν είπα αυτό.

– Αυτό είπες. (Γυρίζει στην άλλη μαθήτρια που χάζευε τα CD). Θα χορέψω εσένα τότε.

– Δεν υπάρχει περίπτωση. Εγώ χορεύω μόνο με τον δάσκαλό μου.

Γκντούπ… Μαζεύει την χαμένη του αξιοπρέπεια και χώνεται στην αίθουσα. 

– Εμείς οι δύο, μόνο τυπικές σχέσεις από εδώ και πέρα.

– Ωραία. Θες να μην κοιταζόμαστε κιόλας γιατί αυτός ο χορός που θα βάλεις τώρα θέλει να κοιτάμε αλλού.

– Είσαι νούμερο.

– Όχι ακόμη. Το Σάββατο όμως θα είμαι…

Ο καβγάς συνεχίστηκε και εκτός αίθουσας με εμένα και την άλλη μαθήτρια να έχουμε από μια κόκκινη κάρτα η καθέ μία (σιγά, φοβηθήκαμε!). Αφού έπεσαν οι ατάκες του στυλ “Γεια σου ρε Έλενα που σφάζονται για πάρτη σου” καταλήξαμε σε συμβιβασμό. Να μην παρεξηγηθεί κανείς. Μόνο που δεν κατάλαβα, με ποιόν θα χορέψω ρε παιδιά; Οψόμεθα…

Υ.Γ. Αν προσπαθείτε να καταλάβετε που κολλάει ο τίτλος, αφήστε το για άλλη φορά.

Το είπαμε. Αυτό το ΣΚ είχε δουλειά στο σπίτι. Ήταν η μόνη λύση για να μπορέσω να τη βγάλω καθαρή την εβδομάδα που έρχεται. Και ήταν επιλογή μου. Εγώ το ζήτησα. Και ναι. Το να δουλεύεις από το σπίτι έχει τα καλά του. Ειδικά αν είσαι εργαζόμενη μητέρα. Εγώ δεν είμαι από αυτό όμως. ΟΚ, έχει και άλλα καλά.

Είσαι στο χώρο σου. Ναι, καλά. Πιο οικείο νοιώθω το γραφείο στην δουλειά παρά στο σπίτι μου… Το βλέπω περισσότερες ώρες εξάλλου.

Ακούς την μουσική που θέλεις. Και στη δουλειά το ίδιο (αρκεί να φτάσω πρώτη ή να βάλω ακουστικά)

Σηκώνεσαι την ώρα που θέλεις για έναν περίπατο. Αναλογικά αυτός ο περίπατος (μιλάμε πάντα για μέσα στο σπίτι) είναι κάτι λιγότερο από μισό περίπατο εντός εταιρείας, άρα πάλι ΝΟΜΙΖΑ ότι ξεκουραζόμουν με μια βόλτα μέχρι το μπαλκόνι.

Δουλεύεις όση ώρα θέλεις. Αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα. Γιατί είπα άπειρες φορές, μισό να τελειώσω αυτό το κεφάλαιο και θα σηκωθώ να ξαπλώσω. Κάτσε να δω και αυτή τη φωτογραφία αν ταιριάζει. Ας δουλέψω λίγο ακόμη τώρα που νοιώθω καλύτερα. Μετά δεν ξέρεις… Και έφτασε η ώρα 01.00 και εγώ ακόμη…τελείωνα.

Όταν είσαι σπίτι επίσης, βαριέσαι. Άρα κοιμάσαι λιγότερο. Καλά δεν ξέρω για τους άλλους, για μένα μιλάω. Αυτό σημαίνει ότι ξύπνησα νωρίς. Ε, ας ξεκινήσω νωρίς για να τελειώσω νωρίς, να δω το lost.

Το χειρότερο όμως ήταν που η ώρα ήταν 00.30 και ανακάλυψα ένα τραγικό λάθος του πελάτη. Ένα λάθος (ασήμαντη λεπτομέρεια) που θα μου χάριζε άλλες 2 ώρες δουλειάς. Και θέλω να τον πάρω τηλέφωνο. Να τον βρίσω. Αλλά δεν μπορώ. Γιατί… δουλεύω από το σπίτι. Και αυτό δεν θέλω να το μάθει…

Πάλι αργά και πάλι μπροστά στον υπολογιστή αυτή τη φορά προσπαθώντας να μαζέψω τα “σπασμένα” από την αρρώστια μου (ναι, για όσους δεν το ξέρουν, από την Πρωτοχρονιά, μαζεύω όλα τα μικρόβια και τις ιώσεις που κυκλοφορούν). Παράλληλα ακούω μουσική (μη μαντέψετε τι, βουλωμένο γράμμα διαβάζετε!) και χαζεύω στο ίντερνετ (με όρους: μόνο όταν αλλάζω κεφάλαιο και μόνο ένα refresh τη φορά για να μην ξεχαστώ και κολλήσω πουθενά).

Σε ένα από τα refresh φτάνω στις εργασίες μου. Καινούργιο κοσκινάκι μου… (καλά ντε παλιο…)

Κοιτάζω πως έφτασαν στο cafe μου. Οι δικές μου αναζητήσεις δεν έχουν τόση πλάκα όση του Βασίλη. Αλλά ο χαζός ο άνθρωπος παντού βρίσκει κάτι αστείο. Αρχίζω λοιπόν και πατάω στις εγγραφές μου. Κομμάτια από την ζωή μου, ανακατεμένα με την ματιά ενός τρίτου (ομολογώ ότι κάποια δε θυμόμουν ότι τα είχα γράψει). Και πέφτω πάνω στα σοκολατάκια. Ω, ναι. Συνειδητοποιώ ότι και φέτος, ίδια εποχή με έπιασε μανία για σοκολάτα φράουλα. Λύσσαξα και φέτος. Μάλιστα φέτος μάλλον γκρίνιαζα περισσότερο γιατί έλαβα τόσες πολλές σοκολάτες που κράτησαν καιρό. Αλλά θυμάμαι πάντα την περσινή σοκολάτα του Μανώλη.

Έπεσα πάνω στην πρώτη καρτούλα με βάτραχο της Μαφάλντας (σωστά καταλάβατε, υπήρχε φέτος και δεύτερη!). Πήρα μυρωδιά από γαζία και θυμήθηκα καλοκαιρινές βόλτες και θερινά σινεμά παρόλο που η εγγραφή είχε γίνει οκτώβριο… Ξανάνιωσα το χαστούκι που μου υπενθύμισε ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Ξαναδιάβασα τις ηλίθιες απορίες μου και αποφάσισα να κρύψω την ύπαρξη αυτού το blog από τους ανθρώπους που προσπαθώ να δείξω ότι δεν έχασα το σοβαρό μου προφίλ (αυτό είναι από άλλο ανέκδοτο). Ουφ…

Τελικά αυτό ήταν λίγο μεγάλο διάλειμμα… αλλά άξιζε!

Η ώρα είναι αργάμιση και εγώ είμαι ακόμη κολλημένη στην οθόνη του υπολογιστή προσπαθώντας να συγκεντρωθώ, να οργανωθώ, να δουλέψω. Πρέπει να έχουν περάσει πάνω από 3 ώρες που ανέβαλα για τελευταία φορά το απαραίτητο διάλειμμά μου. Σε λίγο τελειώνω μωρε… Μόνο που το λίγο έγινε πολύ. Τα σημάδια της κούρασης αρχίζουν να φαίνονται. Για άλλη μια φορά το κινητό παίρνει τη θέση του ποντικιού, το στυλό τη θέση της γραφίδας… και πάει λέγοντας.

– Υπομονή, σε λίγο…

Ξαφνικά πετάγεται ένα παραθυράκι.

Ούπς! Αυτό το είχα ξεχάσει ανοικτό. Δεν πειράζει, ευκαιρία να κάνω ένα μικρό διαλειμματάκι.

– Είσαι εδώ;

– Ναι. Δουλεύω.

– Ενοχλώ;

– Όχι, είναι ευκαιρία να κάνω ένα διαλειμματάκι. Μικρό όμως…

Η συζήτηση ήταν όντως ένα καλό διάλειμμα. Από το ένα θέμα πηγαίναμε στο άλλο, χωρίς ιδιαίτερο συνειρμό αλλά και χωρίς κανείς να απορεί γιαυτό.

Παράλληλα χάζευα και στο Facebook. Πρόσκληση για πάρτυ. Πάλι; Ποιός είναι αυτή τη φορά; 20 χρόνια Galaxy. Ορίστε; 20;

– Το ξέρεις ότι ο Galaxy κλείνει 20 χρόνια;

– Όχι αλλά δε μου κάνει εντύπωση.

– Τι λες τώρα; Εγώ άκουγα Galaxy στην εφηβεία μου. Μεγάλωσα μαζί του. Και τώρα γίνεται 20;

Η συζήτηση που ακολούθησε ήταν ένας παραλογισμός, το ομολογώ. Όμως ακόμη δεν μπορώ να το χωνέψω.

Όλη μου την εφηβεία την πέρασα αγκαλιά με ένα ραδιοφωνάκι, ακούγοντας Galaxy. Καθώς περνούσαν τα χρόνια αντικαταστάθηκε από άλλες μουσικές. Πάντα όμως στις δικές μου στιγμές, γύριζα πίσω. Στους γνώριμους ήχους.

Η μια σκέψη οδήγησε την άλλη σε ένα τρελό παιχνίδι αναμνήσεων. Όταν δυναμώναμε το ραδιοφώνο στο αγαπημένο μου τραγούδι… Όταν – τσαντίστηκα πολύ – γιατί μου ζήτησαν να αλλάξω σταθμό. Όταν…

– Βρε τι κόλλημα είναι αυτό;

– Μεγάλο. Προς το παρόν βρίσκομαι στον δικό μου γαλαξία…

Normal
0

false
false
false

MicrosoftInternetExplorer4

/* Style Definitions */
table.MsoNormalTable
{mso-style-name:”Table Normal”;
mso-tstyle-rowband-size:0;
mso-tstyle-colband-size:0;
mso-style-noshow:yes;
mso-style-parent:””;
mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt;
mso-para-margin:0cm;
mso-para-margin-bottom:.0001pt;
mso-pagination:widow-orphan;
font-size:10.0pt;
font-family:”Times New Roman”;
mso-ansi-language:#0400;
mso-fareast-language:#0400;
mso-bidi-language:#0400;}

Ενοικιάζεται; Ποιό; Το Cafe της Έλενας; Στο οποίο κι εγώ κατά καιρούς άφησα το κερασματάκι μου; Κάνω μια βόλτα εδώ και βλέπω γύρω φωτογραφίες και στιγμές. Σε κάποιες από αυτές συμμετείχα, σε άλλες όχι, αλλά μου φαίνονται όλες οικείες. Βλέπω μια εγγραφή της Έλενας, που περιγράφει κάποια γεγονότα, που συνέβησαν πριν από  10  χρόνια. Τα αναγνωρίζω και μπαίνω να αφήσω το πείραγμά μου με την άνεση, που μόνο ένας φίλος δεκαετίας και άνω θα μπορούσε να έχει. Βλέπω την Έλενα να ξεπροβάλει σε ένα σκίτσο του Βασίλη κρατώντας έναν δίσκο με τα λαχταριστά κουλουράκια της. Βλέπω τον Πέτρο δακρυσμένο, να κρατάει στα χέρια του ένα κοτοπουλάκι και να λέει: «Billy-Billy, δεν φαντάστηκα ότι θα έπαιρνες έτσι το αστείο μου! Είπα ότι δεν θα σου μείνει άντερο, αλλά όχι κι έτσι!» Είδα τη Μαλίνα να σχολιάζει την φετινή Eurovision κοιτώντας εμένα και αποφεύγοντας το απογοητευμένο βλέμμα της Έλενας προς τις 2 μας: «Μα βρε παιδιά, είπαμε δεν θα δούμε Eurovision απόψε!» Βλέπω τον Πέτρο και τον Βασίλη να τρώνε βάφλα και τον Γιώργο Χ. να τους πλησιάζει κρατώντας μια κούπα. Δεν ξέρω τί είχε μέσα η κούπα, αλλά και οι δυο τους άφησαν τη βάφλα και άρχισαν να τρέχουν. Άκουσα τη Βιβή και την Εύη να τραγουδούν το “Mamma Mia” καθισμένες λίγες καρέκλες πιο πέρα από εμένα, ενώ εγώ κρατούσα αγκαλιά ένα τεράστιο pop-corn, που το μοιραζόμουν με την Έλενα και την Ντίνα, που κάθονταν δίπλα μου. Είδα και τον Κουρσάρο και ας μην τον έχω γνωρίσει ποτέ μου. Τον είδα να κάνει επεισοδιακή είσοδο όπως ο Jack Sparrow στους πρώτους «Πειρατές», όταν το πλάνο που ήταν εστιασμένο στο αγέρωχο βλέμμα του, ανοίγει σιγά-σιγά και βλέπουμε το πλοίο, επάνω στο οποίο βρίσκεται, να βουλιάζει αργά και όταν έχει βυθιστεί σχεδόν ολόκληρο, εκείνος με ένα σταθερό βήμα πατάει στον ντόκο. Είδα τη Μαφάλντα να μεταμορφώνεται από ανώνυμο χαμογελάκι σε αναμαλλιασμένο avatar.

 Η βόλτα μου εδώ μέσα τελειώνει σιγά- σιγά. Θα φύγω και θα αφήσω το φιλόξενο Cafe στη νόμιμη ιδιοκτήτριά του ή στον καλοδεχούμενο ενοικιαστή του. Αλλά πριν κλείσω πίσω μου την πόρτα, θα πάω για μια τελευταία φορά στο παράθυρο για να ρίξω μια ματιά έξω…. Αυτό το Cafe τελικά έχει ωραία θέα!

Normal
0

false
false
false

MicrosoftInternetExplorer4

/* Style Definitions */
table.MsoNormalTable
{mso-style-name:”Table Normal”;
mso-tstyle-rowband-size:0;
mso-tstyle-colband-size:0;
mso-style-noshow:yes;
mso-style-parent:””;
mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt;
mso-para-margin:0cm;
mso-para-margin-bottom:.0001pt;
mso-pagination:widow-orphan;
font-size:10.0pt;
font-family:”Times New Roman”;
mso-ansi-language:#0400;
mso-fareast-language:#0400;
mso-bidi-language:#0400;}

Με πολλή αγάπη για όλους εσάς.

 Εκείνους που έχω ήδη γνωρίσει και εκείνους

που ίσως δεν γνωρίσω ποτέ από κοντά

Emma Peel

Normal
0

false
false
false

MicrosoftInternetExplorer4

/* Style Definitions */
table.MsoNormalTable
{mso-style-name:”Table Normal”;
mso-tstyle-rowband-size:0;
mso-tstyle-colband-size:0;
mso-style-noshow:yes;
mso-style-parent:””;
mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt;
mso-para-margin:0cm;
mso-para-margin-bottom:.0001pt;
mso-pagination:widow-orphan;
font-size:10.0pt;
font-family:”Times New Roman”;
mso-ansi-language:#0400;
mso-fareast-language:#0400;
mso-bidi-language:#0400;}

ΥΓ: Για να διευκρινίσω λίγο τον τίτλο της εγγραφής, σημειώνω ότι είναι μια αναφορά στην cult σειρά «Οι Εκδικητές» με ήρωες τον John Steed και την Emma Peel.

Η γκαρσονιέρα

Posted: October 12, 2008 in Uncategorized
Tags: ,

Ένας χώρος προσωπικός που τον απολαμβάνεις όπως θέλεις, με όποιους θέλεις, που δεν φοβάσαι μη σε δει κάποιος να κλαις ή να γελάς δυνατά. Που τον αγαπάς γιατί είναι δικός σου. Που έχεις ενθουσιαστεί με την ιδέα του “καταφύγιου”. Που απλά τον γουστάρεις. Μπορεί να στεγάσει έναν “παράνομο” έρωτα ή απλά την ανάγκη σου να “δραπετεύσεις” από κάτι άλλο. Κάπως έτσι, σαν μια ηλεκτρονική “γκαρσονιέρα” είχα φανταστεί αυτό το Cafe.

Όταν όμως συνειδητοποίησα ότι δεν έχω πλέον τη δυνατότητα να διαχειριστώ τα “έξοδα” της γκαρσονιέρας, όταν κατάλαβα ότι μου “στερεί” ένα μεγάλο κομμάτι του “επίσημου” αγαπημένου μου, της ίδιας μου την ζωής, όταν όλη η ζωή μου άρχισε κινείται γύρω από την γκαρσονιέρα – και επειδή όπως είπα είναι “παράνομος” χώρος, αναγκαστικά κάποιοι σημαντικοί άνθρωποι έμειναν απ’ έξω – ανακάλυψα ότι υπάρχει πρόβλημα.

Θα μπορούσα να “ανοίξω” τις πόρτες της και να γίνει “κύρια” κατοικία. Όμως είναι πολύ μικρή. Δεν έχω συνηθίσει να ζω σε τόσο μικρό χώρο. Θέλω άπλα… Θέλω αέρα.

Ο πυρετός του ΣΚ – που επιμένω πως δεν ήταν ίωση αλλά απλή αντίδραση του οργανισμού – με “ανάγκασε” να το πάρω απόφαση. Ενοικιαστήριο λοιπόν.

Δε φεύγω. Θα είμαι εδώ τριγύρω. Ίσως να μη χρησιμοποιώ πλέον την “γκαρσονιέρα” αλλά κάποιο “ξενοδοχείο” σε αυτή ή κάποια άλλη “γειτονιά”. Το σίγουρο είναι ότι θα είμαι εκεί έξω. Και εκείνη η πόρτα θα είναι ανοικτή για όποιον την χτυπήσει.