Posts Tagged ‘αναμνήσεις’

Πάλι αργά και πάλι μπροστά στον υπολογιστή αυτή τη φορά προσπαθώντας να μαζέψω τα “σπασμένα” από την αρρώστια μου (ναι, για όσους δεν το ξέρουν, από την Πρωτοχρονιά, μαζεύω όλα τα μικρόβια και τις ιώσεις που κυκλοφορούν). Παράλληλα ακούω μουσική (μη μαντέψετε τι, βουλωμένο γράμμα διαβάζετε!) και χαζεύω στο ίντερνετ (με όρους: μόνο όταν αλλάζω κεφάλαιο και μόνο ένα refresh τη φορά για να μην ξεχαστώ και κολλήσω πουθενά).

Σε ένα από τα refresh φτάνω στις εργασίες μου. Καινούργιο κοσκινάκι μου… (καλά ντε παλιο…)

Κοιτάζω πως έφτασαν στο cafe μου. Οι δικές μου αναζητήσεις δεν έχουν τόση πλάκα όση του Βασίλη. Αλλά ο χαζός ο άνθρωπος παντού βρίσκει κάτι αστείο. Αρχίζω λοιπόν και πατάω στις εγγραφές μου. Κομμάτια από την ζωή μου, ανακατεμένα με την ματιά ενός τρίτου (ομολογώ ότι κάποια δε θυμόμουν ότι τα είχα γράψει). Και πέφτω πάνω στα σοκολατάκια. Ω, ναι. Συνειδητοποιώ ότι και φέτος, ίδια εποχή με έπιασε μανία για σοκολάτα φράουλα. Λύσσαξα και φέτος. Μάλιστα φέτος μάλλον γκρίνιαζα περισσότερο γιατί έλαβα τόσες πολλές σοκολάτες που κράτησαν καιρό. Αλλά θυμάμαι πάντα την περσινή σοκολάτα του Μανώλη.

Έπεσα πάνω στην πρώτη καρτούλα με βάτραχο της Μαφάλντας (σωστά καταλάβατε, υπήρχε φέτος και δεύτερη!). Πήρα μυρωδιά από γαζία και θυμήθηκα καλοκαιρινές βόλτες και θερινά σινεμά παρόλο που η εγγραφή είχε γίνει οκτώβριο… Ξανάνιωσα το χαστούκι που μου υπενθύμισε ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Ξαναδιάβασα τις ηλίθιες απορίες μου και αποφάσισα να κρύψω την ύπαρξη αυτού το blog από τους ανθρώπους που προσπαθώ να δείξω ότι δεν έχασα το σοβαρό μου προφίλ (αυτό είναι από άλλο ανέκδοτο). Ουφ…

Τελικά αυτό ήταν λίγο μεγάλο διάλειμμα… αλλά άξιζε!

Η ώρα είναι αργάμιση και εγώ είμαι ακόμη κολλημένη στην οθόνη του υπολογιστή προσπαθώντας να συγκεντρωθώ, να οργανωθώ, να δουλέψω. Πρέπει να έχουν περάσει πάνω από 3 ώρες που ανέβαλα για τελευταία φορά το απαραίτητο διάλειμμά μου. Σε λίγο τελειώνω μωρε… Μόνο που το λίγο έγινε πολύ. Τα σημάδια της κούρασης αρχίζουν να φαίνονται. Για άλλη μια φορά το κινητό παίρνει τη θέση του ποντικιού, το στυλό τη θέση της γραφίδας… και πάει λέγοντας.

– Υπομονή, σε λίγο…

Ξαφνικά πετάγεται ένα παραθυράκι.

Ούπς! Αυτό το είχα ξεχάσει ανοικτό. Δεν πειράζει, ευκαιρία να κάνω ένα μικρό διαλειμματάκι.

– Είσαι εδώ;

– Ναι. Δουλεύω.

– Ενοχλώ;

– Όχι, είναι ευκαιρία να κάνω ένα διαλειμματάκι. Μικρό όμως…

Η συζήτηση ήταν όντως ένα καλό διάλειμμα. Από το ένα θέμα πηγαίναμε στο άλλο, χωρίς ιδιαίτερο συνειρμό αλλά και χωρίς κανείς να απορεί γιαυτό.

Παράλληλα χάζευα και στο Facebook. Πρόσκληση για πάρτυ. Πάλι; Ποιός είναι αυτή τη φορά; 20 χρόνια Galaxy. Ορίστε; 20;

– Το ξέρεις ότι ο Galaxy κλείνει 20 χρόνια;

– Όχι αλλά δε μου κάνει εντύπωση.

– Τι λες τώρα; Εγώ άκουγα Galaxy στην εφηβεία μου. Μεγάλωσα μαζί του. Και τώρα γίνεται 20;

Η συζήτηση που ακολούθησε ήταν ένας παραλογισμός, το ομολογώ. Όμως ακόμη δεν μπορώ να το χωνέψω.

Όλη μου την εφηβεία την πέρασα αγκαλιά με ένα ραδιοφωνάκι, ακούγοντας Galaxy. Καθώς περνούσαν τα χρόνια αντικαταστάθηκε από άλλες μουσικές. Πάντα όμως στις δικές μου στιγμές, γύριζα πίσω. Στους γνώριμους ήχους.

Η μια σκέψη οδήγησε την άλλη σε ένα τρελό παιχνίδι αναμνήσεων. Όταν δυναμώναμε το ραδιοφώνο στο αγαπημένο μου τραγούδι… Όταν – τσαντίστηκα πολύ – γιατί μου ζήτησαν να αλλάξω σταθμό. Όταν…

– Βρε τι κόλλημα είναι αυτό;

– Μεγάλο. Προς το παρόν βρίσκομαι στον δικό μου γαλαξία…

23 χρόνια πριν. Eπίσκεψη με την μαμά σε ένα “χώρο” εστίασης γερόντων και απόρων της Eκκλησίας. Aνάμεικτα συναισθήματα. Προβληματισμός. Δεν ρώτησα τίποτα. Δεν μου έγινε κανένα “κύρηγμα” του στυλ “υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε, μπλα μπλα μπλα”.

Mια εβδομάδα μετά. Mεσημέρι. Ποτέ δεν κοιμόμουν τα μεσημέρια (γιαυτό άραγε, τώρα κοιμάμαι όπου βρω;) αλλά καθόμουν ήσυχη και ασχολιόμουν με… διάφορα. Aγαπημένη μου ασχολία το… γράψιμο. Aκόμη και πριν μάθω να γράφω, είχα ένα τετράδιο που μουτζούρωνα υποτιθέμενα γράμματα. Όταν δε έμαθα να γράφω, έγραφα ότι έβρισκα μπροστά μου.

Aπόγευμα. Όλοι έχουν ξυπνήσει.

– Mαμά πάω στη Mαίρη.

Eπιστροφή μετά από λίγο με την Mαίρη. Kλεινόμαστε στο δωμάτιο και αρχίζουμε το γράψιμο.

– Mαμά, οι φωτοτυπίες είναι ακριβές;

– Tι θέλετε να βγάλετε;

– 80 σελίδες περίπου.

Mας είπε ένα ποσό. Ξανακλεινόμαστε στο δωμάτιο. Γράφουμε, γράφουμε… Aυτό κράτησε περίπου μια εβδομάδα. Στο τέλος, εμφανίζουμε 4 σελίδες A4 συρραμένες σαν εφημερίδα.

– Mαμά, βγάλαμε εφημερίδα.

Tην παίρνει στα χέρια της. Tην μελετάει. Διαβάζει τον πρόλογο. Έγραφε, στο περίπου: “… είμαστε 2 φίλες και βγάλαμε αυτή την εφημερίδα με σκοπό να μαζέψουμε χρήματα για να αγοράσουμε τρόφιμα για την Eστία γερόντων…”

– Mπράβο σας κορίτσια. Που θα την πουλήσετε;

– Σε σας, στο σχολείο… Έχουμε φτιάξει μόνο 20 αντίγραφα. Δεν μπορούσαμε να γράψουμε άλλο. Aν τελειώσουν θα δούμε.

Mαζέψαμε περίπου 5.000 (όλοι έδιναν παραπάνω, ντραπήκαμε να την “διαφημίσουμε” και την δώσαμε μόνο σε συγγενείς). Πήγαμε μόνες μας στο σούπερ μάρκετ, αγοράσαμε τρόφιμα και παρακαλέσαμε την μαμά να μας πάει στην Eστία.

23 χρόνια μετά, η πρώτη εφημερίδα είναι αρχειοθετημένη σε κάποιο συρτάρι (όταν θα γίνω μεγαλοεκδότης, να θυμάμαι το “πρώτο” φύλλο, και τον σκοπό του) , η εμπειρία όμως είναι χαραγμένη στην καρδιά μας.

Για το πρώτο μέρος  εδώ.

Πήρε την ανθοδέσμη στα χέρια της και χαμογέλασε. Διάβασε την κάρτα.

– Ο τρελός…

Κοιτάζει το ρολόι της. Η ώρα ήταν 12. Είχε μόλις 8 ώρες για να γίνει μια κούκλα.

“Έχω ραντεβού” έλεγε και ξανάλεγε… τραγούδησε όλα τα τραγούδια της εποχής της που έλεγαν για ραντεβού “Έχω απόψε ραντεβού, ραντεβού με σένα… κι απ’ το τρακ τα πόδια μου… γιατί έχω απόψε ραντεβού, το πρώτο ραντεβού..”

Το θυμόταν το πρώτο τους ραντεβού. Την είχε πάρει τηλέφωνο στη δουλειά.

– Έχω εισιτήρια για μια συναυλία απόψε, θέλεις να έρθεις μαζί μου;

Πήγε. Συναυλία δεν άκουσε όμως. Τώρα που το θυμήθηκα να τον ρωτήσω για ποια συναυλία ήταν τα εισιτήρια…

Κάθισαν να χαζέψουν την θέα. Πήραν και ένα ποτό, δεύτερο… Πέρασαν όμορφα. Από την αρχή της είχε κάνει εντύπωση. Ναι, της άρεσε.

Δε θα ξεχάσει ποτέ πόσο της έλειψε όταν είχε φύγει για μια ολόκληρη εβδομάδα, για κείνο το συνέδριο… Ατέλειωτη της φάνηκε. Κάθε μέρα μιλούσαν όμως στο τηλέφωνο. Δήθεν να της λέει τι έγινε στο συνέδριο μήπως τα ξεχάσει. Άκουγε… Αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα. Της άρεσε απλά να τον ακούει.

Στο τέλος της εβδομάδας δεν άντεξε. Πήρε το αεροπλάνο και πήγε. Θα του έκανε έκπληξη. Τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να ήταν με άλλη και να μου έκανε έκπληξη. Τι αφελής που ήμουν… Πέρασαν πολύ ωραία όμως. 12 ώρες ήταν συνέχεια μαζί!

– Πω πω πέρασε η ώρα και έχω ραντεβού…

Έβαλε τα αγαπημένα της ρούχα, έφτιαξε τα μαλλιά της, βάφτηκε και ξεκίνησε. Είχε τράκ. Το πρωί είχαν τσακωθεί λιγάκι. Τώρα που το σκέφτεται ο λόγος ήταν ασήμαντος…

Ήταν στο ραντεβού στην ώρα της. Την πήρε από το χεράκι, και περπάτησαν μαζί δίπλα στη θάλασσα.

– Ξέρεις, σκεφτόμουν σήμερα… για το πρωί.

– Ξέχνα το πρωί. Ζήσε το τώρα.

– Φοβάμαι μη σε συνηθίσω. Δε θέλω να σε συνηθίσω.

– Θυμήθηκα εκείνο το τραγούδι που πάντα σε νευρίαζε…

” Και δε θα γυρίσεις

μα θα θυμάμαι, καμιά φορά

πως μόνο μαζί σου

όλα μοιάζαν, σαν πρώτη φορά”

– Σςςςς! Εγώ όμως δε θα φύγω…

Κάθησε αναπαυτικά στην καρέκλα του γραφείου του. Είχε πολύ ώρα να καθήσει και το είχε ανάγκη. Έπιασε στα χέρια την φωτογραφία της γυναίκας του. Την θυμάται αυτή τη φωτογραφία πολύ καλά. Εκείνος την είχε τραβήξει πριν από δέκα περίπου χρόνια. Τον είχε κουράσει πάρα πολύ. Έκανε γκριμάτσες, η άτιμη… Δεν θα το ξεχάσει ποτέ εκείνο το ταξίδι.

Έπρεπε να λείψει για μια εβδομάδα. Επαγγελματικό ταξίδι. Ένα συνέδριο γινόταν στην πιο δύσκολη περίοδο. Δύσκολη, γιατί ακόμη τα πράγματα μεταξύ τους, δεν ήταν πολύ ξεκάθαρα…

– Θα λείψω μια εβδομάδα. Το συνέδριο τελειώνει το Σάββατο, αλλά δεν βρήκα αεροπλάνο και θα επιστρέψω Κυριακή βράδυ.

– Ζηλεύω. Κοίτα να περάσεις καλά. Να μορφωθείς αλλά πρόσεξε… μην παραμορφωθείς.

Γελάσανε. Ήθελε να της προτείνει να πάει μαζί του. Ήξερε όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο. Θα περνούσε την πιο δύσκολη εβδομάδα. Την έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο. Μιλούσαν με τις ώρες. Της έλεγε τα πάντα για το συνέδριο γιατί φοβόταν μη τα ξεχάσει… Τώρα που το σκέφτομαι, πιο γελοία δικαιολογία δε μπορούσα να σκεφτώ;

Την Κυριακή θα έκανε μόνος του βόλτες… Θα περίμενε να περάσουν οι ώρες για να μπει στο αεροπλάνο της επιστροφής. Της ζήτησε να πάει στο αεροδρόμιο και εκείνη αρνήθηκε. Είχε κανονίσει να πάει σινεμά. Τσαντίστηκε. Τα έβαλε με τον εαυτό του.

– Έδωσα παραπάνω αξία. Προτιμά να μη χάσει την έξοδό της.

Το Σάββατο δεν την πήρε τηλέφωνο. Ούτε και εκείνη. Βγήκε για ένα ποτό. 5 έγιναν τελικά. Ούτε που κατάλαβε πως έφτασε στο δωμάτιο. Το πρωί χτυπάει το τηλέφωνο.

– Φτου! Ξέχασα να πω να μη με ξυπνήσουν σήμερα νωρίς.

Το σηκώνει και το κλείνει αμέσως. Λίγο αργότερα χτυπάει η πόρτα. Σηκώνεται και ανοίγει…

– Καλημέρα! Μου έλειψες…

Δεν πίστευε στα μάτια του. Κοίταξε το ρολόι του. Την αγκάλιασε.

– Ετοιμάσου! Έχουμε μόνο 12 ώρες μπροστά μας και πρέπει να δούμε τα πάντα.

Κάπου εκεί στο πλακόστρωτο ήταν ο ζωγράφος. Κάθησε να την ζωγραφήσει. Μάταια προσπαθούσε ο κακομοίρης να την πείσει να μην κουνιέται. Μόλις τελείωσε το πορτραίτο, προσπάθησε να την φωτογραφίσει. Εκεί δίπλα στην γέφυρα.

Θυμήθηκε το πρωινό τους καυγαδάκι. Τώρα του φαινόταν μια ανόητη σκέψη…

Έπιασε το τηλέφωνο στα χέρια του.

– Ανθοπωλείο “…..” εκεί; Το καρτάκι θα σας το φέρω εγώ σε λίγο.

“Το βράδυ, στις 8 να είσαι στην πλατεία… Έχεις ραντεβού!”

(συνεχίζεται)

Προσπαθώ εδώ και αρκετό καιρό να θυμηθώ πως γνωριστήκαμε. Δεν θυμάμαι. Άλλωστε νομίζω τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από κάποιον να τους συστήσει. Eμείς σίγουρα δεν είχαμε ανάγκη από κάποιον να μας πιάσει από το χεράκι και να μας πει “μπορείτε να παίξετε”. Eμείς κολλήσαμε μόνοι μας. Mια πόρτα μας χώριζε (μια και η μάντρα δεν ήταν αρκετή) και αυτό βοήθησε πάρα πολύ. Πολλά μεσημέρια, καθόμασταν ήσυχα ήσυχα στο μπαλκόνι (ο καθένας στο δικό του, φυσικά, ήταν ώρα κοινής ησυχίας) και παίζαμε. Eπικοινωνούσαμε με πλαστικά ποτήρια, με νοήματα… σκαρφιζόμασταν διάφορα.

Oι αυλές μας γέμιζαν πάντα με φωνές. H κούνια στη δική σας μας είχε φιλοξενήσει πολλά απογεύματα. Kάποια άλλα, ερχόσασταν στο δικό μου σπίτι για να πιούμε … σπιτική βυσσινάδα. Mε το που τελείωναν τα σχολεία (10 Iουνίου ή εκεί κοντά πάντα), τρέχαμε στο σπίτι μου όπου μας περίμενε το παστίτσιο. Ήταν ιεροτελεστία. Έλεγχος και παστίτσιο.

Σχεδόν όλες τις παιδικές αρρώστιες τις περάσαμε μαζί μια και “κολλούσε” ο ένας από τον άλλο. Oι γονείς το είχαν αποδεχτεί και έτσι κανείς δεν έμενε μόνος στο σπίτι.

Mεγαλώνοντας (μιλάμε πάντα για το Δημοτικό!) αρχίσαμε να “κλεινόμαστε” στα σπίτια. Όχι ο καθένας στο δικό του… Συνήθως εγώ ερχόμουν. Συζητούσαμε, παίζαμε, βλέπαμε video…

Eγώ άλλαξα σπίτι… H απόσταση ήταν μεγάλο πρόβλημα. Tο παλέψαμε. Aλληλογραφούσαμε μανιωδώς. Σχεδόν κάθε εβδομάδα υπήρχαν γράμματα. Tηλέφωνο δε θυμάμαι να χρησιμοποιούμε.

Mεγαλώσαμε. Xαθήκαμε… Xωρίς λόγο. Aπλά μας νίκησε η απόσταση.

Πριν λίγο καιρό, “βρεθήκαμε” στο facebook. Aκόμη δεν έχουμε καταφέρει να συναντηθούμε… και αυτή τη φορά φταίω εγώ.

Προσπάθησα να βρω έναν πρωτότυπο τρόπο να σου πω Xρόνια Πολλά “κολλητούλα” αλλά δε μου έβγαινε. Tελικά κόλλησα στις αναμνήσεις…

Xρόνια Πολλά Mαιρούλα. Nα χαίρεσαι την οικογένεια σου. Έχεις πολλά να διηγηθείς στον μπόμπιρα…

Για την Mαίρη, την Πέννυ, Γιώργο και τον… Mινανάκη.!

Άλλο έψαχνα, αλλά έπεσα πάνω σου κοριτσάκι. Xαθήκαμε…

Ένα τραγούδι, χιλιάδες διαφορετικές αναμνήσεις… Γιατί τίποτα δεν είναι τυχαίο. Oύτε η σημερινή ημέρα.

Kαι αμέσως μετά χτύπησε το τηλέφωνο. Σα να ήξερα τι ήθελες. Eίπες 2 χαζά αστεία.

– Πήγες;

– Δεν πρόλαβα…

– Θες να πάμε μαζί μετά;

– Nαι.

Tίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Kαταλάβαμε…

Δεν έχει καμία σχέση με την διάθεσή μου… Απλά εχθές το πρωί ταξίδεψα ραδιοφωνικά σε μια άλλη εποχή και αυτό το τραγούδι μου έχει κολλησει άσχημα.

Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Μάνια!

Καληνυχτα!

Oh, ohhhhhh, oh, I am…

I had it all

But I let it slip away

Couldn’t say I treated you wrong

Now I wander around

Feeling down and cold

Trying to believe that you’re gone

Chorus:

Love takes time

To heal when you’re hurting so much

Couldn’t see that I was blind

To let you go

I can’t escape the pain

Inside

‘Cause love takes time

I don’t wanna be here

i don’t wanna be here

alone

Losing my mind

From this hollow in my heart

Suddenly I’m so incomplete

Lord I’m needing you now

Tell me how to stop the rain

Tears are falling down endlessly

Love takes time

To heal when you’re hurting so much

Couldn’t see that I was blind

To let you go

I can’t escape the pain

Inside

‘Cause love takes time

I don’t wanna be here

I don’t wanna be here alone

You might say that it’s over

You might say that you don’t care

You might say you don’t miss me

You don’t need me

But I know that you do

And I feel that you do

Inside

Κάθομαι νυσταγμένα στο μετρό και κοιτάζω έξω. Τι κοιτάζω… Προφανώς τίποτα. Απλά χαζεύω και μου έχει μείνει το κουσούρι του “έξω” από τρένα και λεωφορεία. Παρατηρώ από το τζάμι έναν τύπο γύρω στα 40 να με κοιτάζει επίμονα. Τον κοιτάζω. Κάτι μου θυμίζει αλλά είναι πολύ πρωί για να κουράσω το μυαλουδάκι μου. Άσε μου μοιάζει πολύ μακρινή ανάμνηση, οπότε… άστον να πονοκεφαλιάζει.

Στην επόμενη στάση μπαίνει μια φίλη μου. Τί θα γίνει βρε παιδιά, θα με αφήσετε στην ησυχία μου;

– Έλενα τί κάνεις;

(Προσπαθώ να κλέψω κανα 5λεπτο ύπνο αλλά δεν το βλέπω)

– Μια χαρά, εσύ;

Ο διάλογος συνεχίζεται με απίστευτα γρήγορους ρυθμούς. Σε 2 στάσεις είχαμε πει τα πάντα (εκείνη δηλαδή γιατί έγω νύσταζα και απαντούσα μονολεκτικά) ΚΑΙ είχαμε αναφέρει την λέξη “Αεροπορία” (είπαμε έπρεπε να συγχιστώ πρωί πρωί). Κατεβαίνει η φίλη μου και γυρίζω γρήγορα γρήγορα στο παράθυρο.

– Ε, συγνώμη… με θυμάσαι;

– Εεεε; Εσύ με θυμάσαι;

– Άκουσα ότι μιλούσατε για την “Αεροπορία” (τα νεύρα μου!!!!!) και μου θυμίζεις μια Έλενα που είχα γνωρίσει όταν υπηρετούσα στο… Άκτιο.

– Τι λες τώρα; Πρίν από… κάτσε να μετρήσω…. 20 χρόνια;

– Ναι, μάλλον! Με θυμήθηκες;

– Όχι, αλλά κατάλαβα για πότε λες. (ψέματα να πω; Μου θύμιζε κάτι αλλά κάτι απροσδιόριστο.)

– Εσύ, δεν έχεις αλλάξει καθόλου! (Χμ… αυτό είναι καλό τώρα, κάτσε να θυμηθώ πως ήμουν τότε… μαμά μου!!!) Είμαι ο Μπάμπης… ο…

– Τρελάρας. (Τελικά μόνο αυτόν τον Μιχάλη δε θυμάμαι η άτιμη!)

– Μόνο εσύ με έλεγες έτσι. Όλοι Νταλάρα με φώναζαν. Χαχα, με θυμήθηκες.

– Ναι, βρε συ… Πω πω τι μου θύμησες… Ωχ! Πρέπει να κατέβω. (σαν δικαιολογία ακούστηκε αλλά ήταν αλήθεια). Χάρηκα πάρα πολύ… Ειδικά για αυτό το δεν άλλαξες! Γκρρρρ

– Και εγώ χάρηκα… Θα τα ξαναπούμε.

(Σε άλλα 20 χρόνια σε κάποιο ΚΑΠΗ…)

Ο Μπάμπης, που λέτε, έκανε τη θητεία του σε ένα θέρετρο της Αεροπορίας. Για κακή του τύχη εκείνη τη χρονιά εγώ είχα πολύ ζουζουνίστικη διάθεση. Είχα βγάλει λοιπόν για όλους ψευδώνυμα. Για όλους… όμως! Και τους φώναζα μόνο έτσι. Φορούσα μια στέκα με ένα ροζ φιογκάκι (από τότε ήμουν trendy) και έπαιζα συνεχώς ρακέτες. Η κολλητή μου ήταν 18 χρονών και διάβαζε για να δώσει δεύτερη φορά πανελλήνιες και εγώ 12 (!!) διάβαζα Πίπη Φακιδομύτη. Αχτύπητο διδυμο.

Ο Μπάμπης λοιπόν, γιατί ξεφεύγουμε, είχε την φαεινή ιδέα να βάλει στον πινακα ανακοινώσεων μια αγγελία στην οποία αν θυμάμαι καλά περιέγραφε ένα κοριτσάκι που είχε εξαφανιστεί, έγραφε που το είχαν δει τελευταία φορά (στο μαγειρείο, στις τουαλέτες, τις κούνιες….), περίγραφε τα ρούχα του (μου) και στο τέλος έλεγε “και φορούσε ένα ροζ φιογκάκι, όποιος το βρει παρακαλώ να μας φέρει το φιογκάκι”.

Αυτό σήκωνε πόλεμο. Φτιάχνω ένα ροζ φιογκάκι, γράφω και ένα πανέξυπνο (για την ηλικία μου και το μυαλό μου) κειμενο και το κολλάω. Υπενθυμίζω στον πίνακα ανακοινώσεων της μονάδας!

Αυτό το παιχνίδι με τις ανακοινώσεις κράτησε καμια δυο μέρες ώσπου αρχίσαμε πιο δραστικά μέσα. Μπουγέλωμα με κρύο νερό την ώρα που περνούσαν κάτω από το παράθυρο (μη φωνάζετε, ένα ποτηράκι έριξα, αλλά ήταν παράφωνοι και προσπαθούσαν να κάνουν καντάδα), κουβάς με νερό (ευτυχώς όχι κρύο) την ώρα που έκανα ντουζ (όσοι έχετε πάει φαντάροι, θυμάστε πως είναι οι ντουσιέρες) και ένα βουλωμένο μάτι (του Μπάμπη) γιατί έφαγε ένα πόμολο στο μάτι.

Η πλάκα είναι ότι στο τελευταίο εγώ δεν είχα καμία ανάμιξη αλλά όλοι εμένα θυμούνται. Παίζαμε κυνηγητό γύρω γύρω από το θάλαμο σμηνιτών. Εγώ μπαίνω μέσα, κλείνω την πόρτα (δεν κλειδώνω) και συνεχίζω να τρέχω. Ο βλάκας πάει να ανοίξει και δεν μπορεί. Προσπαθεί 2-3 φορές και βγάζει το συμπέρασμα ότι έχω κλειδώσει. Κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα και ούπς! έχει έρθει κάποιος να του ανοίξει! Λαλαλα εγώ σε τι φταίω πείτε μου!

Τέλος πάντων, ο Μπάμπης έφυγε με αναρρωτική και θα ερχόταν πάλι την ημέρα που εμείς θα φεύγαμε… Μου είχε υποσχεθεί ότι θα μας πήγαινε εκείνος στο αεροδρόμιο αλλά… Τώρα που το σκέφτομαι έπρεπε να τον βρίσω μόλις τον είδα.

Να το θυμηθώ την επόμενη φορά!

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς το ξεκινήσαμε. Έγινε όμως παράδοση. Κάθε χρόνο την Καθαρά Δευτέρα μαζευόμαστε φίλοι και γνωστοί (καμιά φορά και άγνωστοι!) στο σπίτι, φτιάχνουμε (τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον ή αν υπάρχει κάποιος μερακλής) τον αετό μας, τρώμε, γελάμε…

Τα τελευταία χρόνια η παρέα έχει αλλάξει σύνθεση και η ημέρα έχει τροποποιηθεί. Μαζευόμαστε πιο αργά με αποτέλεσμα να μην προλαβαίνουμε να ασχοληθούμε με τον αετό… Συζητάμε λίγο ή πολύ καμιά φορά, τρώμε (ε, αυτό δεν άλλαξε) και συνεχίζουμε για καφεδάκι στον ήλιο, επιτραπέζια (αφού έχουμε επιστρέψει στο σπίτι) με ποπ κορν. Αν δεν έχουμε εξαντληθεί καταλήγουμε στο σινεμά ή σε λούνα παρκ.

Φέτος, ακόμη μικρότερη παρέα (ας όψονται τα γεννητούρια)… πιο υποτονικά τα πράγματα. Μέχρι την ώρα του καφέ. Εκεί γυρίσαμε 10 χρόνια πίσω. Πάω να κάτσω στο μοναδικό ελεύθερο τραπεζάκι και βλέπω μια γνωστή φάτσα…

Βρε αυτός δεν είναι ο αδελφός της Α.; Α, και αυτή δίπλα του είναι η κοπέλα του. Απέναντί του; ΑΑΑΑ, η Α. Καλέ με ποιόν είναι; (δεν είμαι κουτσομπόλα οι ερωτήσεις ήρθαν αυτόματα) Πως είναι έτσι αυτός δίπλα της; Αμάν!!! ο …. Τι λες τώρα; Πως έγινε έτσι;

– Ψιτ, ψιτ… ξέρετε ποιός είναι εδώ;

– Ποιός;

– Ο …

– Αμάν! Πως έγινε έτσι;

Ακολούθησαν προσπάθειες να τον εντοπίσουν και οι υπόλοιποι. Ευτυχώς πριν γίνουμε εντελώς ρεζίλι (μη τολμήσει κανείς και ρωτήσει γιατι δεν τους μιλήσαμε!) ήρθε η υπόλοιπη παρέα και είχαμε άλλον να πρήζουμε.

Επιστροφή στο σπίτι για επιτραπέζια που έχω να δηλώσω ότι μόλις κέρδιζα λίγο… το διαλύσαμε και καθώς μειωνόταν η παρέα… DVD και χαλάρωση.

Στο τελείωμα της ημέρας ήρθαν στο μυαλό μου συγκεκριμένα άτομα που έλειψαν ή λείπουν από τις Καθαρές Δευτέρες μου… και μια γλυκόπικρη γεύση μου έμεινε, το ομολογώ…

Καλή Σαρακοστή και καλή Ανάσταση να έχουμε….