Posts Tagged ‘αναμνήσεις’

Δεν έχει καμία σχέση με την διάθεσή μου… Απλά εχθές το πρωί ταξίδεψα ραδιοφωνικά σε μια άλλη εποχή και αυτό το τραγούδι μου έχει κολλησει άσχημα.

Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Μάνια!

Καληνυχτα!

Oh, ohhhhhh, oh, I am…

I had it all

But I let it slip away

Couldn’t say I treated you wrong

Now I wander around

Feeling down and cold

Trying to believe that you’re gone

Chorus:

Love takes time

To heal when you’re hurting so much

Couldn’t see that I was blind

To let you go

I can’t escape the pain

Inside

‘Cause love takes time

I don’t wanna be here

i don’t wanna be here

alone

Losing my mind

From this hollow in my heart

Suddenly I’m so incomplete

Lord I’m needing you now

Tell me how to stop the rain

Tears are falling down endlessly

Love takes time

To heal when you’re hurting so much

Couldn’t see that I was blind

To let you go

I can’t escape the pain

Inside

‘Cause love takes time

I don’t wanna be here

I don’t wanna be here alone

You might say that it’s over

You might say that you don’t care

You might say you don’t miss me

You don’t need me

But I know that you do

And I feel that you do

Inside

Κάθομαι νυσταγμένα στο μετρό και κοιτάζω έξω. Τι κοιτάζω… Προφανώς τίποτα. Απλά χαζεύω και μου έχει μείνει το κουσούρι του “έξω” από τρένα και λεωφορεία. Παρατηρώ από το τζάμι έναν τύπο γύρω στα 40 να με κοιτάζει επίμονα. Τον κοιτάζω. Κάτι μου θυμίζει αλλά είναι πολύ πρωί για να κουράσω το μυαλουδάκι μου. Άσε μου μοιάζει πολύ μακρινή ανάμνηση, οπότε… άστον να πονοκεφαλιάζει.

Στην επόμενη στάση μπαίνει μια φίλη μου. Τί θα γίνει βρε παιδιά, θα με αφήσετε στην ησυχία μου;

– Έλενα τί κάνεις;

(Προσπαθώ να κλέψω κανα 5λεπτο ύπνο αλλά δεν το βλέπω)

– Μια χαρά, εσύ;

Ο διάλογος συνεχίζεται με απίστευτα γρήγορους ρυθμούς. Σε 2 στάσεις είχαμε πει τα πάντα (εκείνη δηλαδή γιατί έγω νύσταζα και απαντούσα μονολεκτικά) ΚΑΙ είχαμε αναφέρει την λέξη “Αεροπορία” (είπαμε έπρεπε να συγχιστώ πρωί πρωί). Κατεβαίνει η φίλη μου και γυρίζω γρήγορα γρήγορα στο παράθυρο.

– Ε, συγνώμη… με θυμάσαι;

– Εεεε; Εσύ με θυμάσαι;

– Άκουσα ότι μιλούσατε για την “Αεροπορία” (τα νεύρα μου!!!!!) και μου θυμίζεις μια Έλενα που είχα γνωρίσει όταν υπηρετούσα στο… Άκτιο.

– Τι λες τώρα; Πρίν από… κάτσε να μετρήσω…. 20 χρόνια;

– Ναι, μάλλον! Με θυμήθηκες;

– Όχι, αλλά κατάλαβα για πότε λες. (ψέματα να πω; Μου θύμιζε κάτι αλλά κάτι απροσδιόριστο.)

– Εσύ, δεν έχεις αλλάξει καθόλου! (Χμ… αυτό είναι καλό τώρα, κάτσε να θυμηθώ πως ήμουν τότε… μαμά μου!!!) Είμαι ο Μπάμπης… ο…

– Τρελάρας. (Τελικά μόνο αυτόν τον Μιχάλη δε θυμάμαι η άτιμη!)

– Μόνο εσύ με έλεγες έτσι. Όλοι Νταλάρα με φώναζαν. Χαχα, με θυμήθηκες.

– Ναι, βρε συ… Πω πω τι μου θύμησες… Ωχ! Πρέπει να κατέβω. (σαν δικαιολογία ακούστηκε αλλά ήταν αλήθεια). Χάρηκα πάρα πολύ… Ειδικά για αυτό το δεν άλλαξες! Γκρρρρ

– Και εγώ χάρηκα… Θα τα ξαναπούμε.

(Σε άλλα 20 χρόνια σε κάποιο ΚΑΠΗ…)

Ο Μπάμπης, που λέτε, έκανε τη θητεία του σε ένα θέρετρο της Αεροπορίας. Για κακή του τύχη εκείνη τη χρονιά εγώ είχα πολύ ζουζουνίστικη διάθεση. Είχα βγάλει λοιπόν για όλους ψευδώνυμα. Για όλους… όμως! Και τους φώναζα μόνο έτσι. Φορούσα μια στέκα με ένα ροζ φιογκάκι (από τότε ήμουν trendy) και έπαιζα συνεχώς ρακέτες. Η κολλητή μου ήταν 18 χρονών και διάβαζε για να δώσει δεύτερη φορά πανελλήνιες και εγώ 12 (!!) διάβαζα Πίπη Φακιδομύτη. Αχτύπητο διδυμο.

Ο Μπάμπης λοιπόν, γιατί ξεφεύγουμε, είχε την φαεινή ιδέα να βάλει στον πινακα ανακοινώσεων μια αγγελία στην οποία αν θυμάμαι καλά περιέγραφε ένα κοριτσάκι που είχε εξαφανιστεί, έγραφε που το είχαν δει τελευταία φορά (στο μαγειρείο, στις τουαλέτες, τις κούνιες….), περίγραφε τα ρούχα του (μου) και στο τέλος έλεγε “και φορούσε ένα ροζ φιογκάκι, όποιος το βρει παρακαλώ να μας φέρει το φιογκάκι”.

Αυτό σήκωνε πόλεμο. Φτιάχνω ένα ροζ φιογκάκι, γράφω και ένα πανέξυπνο (για την ηλικία μου και το μυαλό μου) κειμενο και το κολλάω. Υπενθυμίζω στον πίνακα ανακοινώσεων της μονάδας!

Αυτό το παιχνίδι με τις ανακοινώσεις κράτησε καμια δυο μέρες ώσπου αρχίσαμε πιο δραστικά μέσα. Μπουγέλωμα με κρύο νερό την ώρα που περνούσαν κάτω από το παράθυρο (μη φωνάζετε, ένα ποτηράκι έριξα, αλλά ήταν παράφωνοι και προσπαθούσαν να κάνουν καντάδα), κουβάς με νερό (ευτυχώς όχι κρύο) την ώρα που έκανα ντουζ (όσοι έχετε πάει φαντάροι, θυμάστε πως είναι οι ντουσιέρες) και ένα βουλωμένο μάτι (του Μπάμπη) γιατί έφαγε ένα πόμολο στο μάτι.

Η πλάκα είναι ότι στο τελευταίο εγώ δεν είχα καμία ανάμιξη αλλά όλοι εμένα θυμούνται. Παίζαμε κυνηγητό γύρω γύρω από το θάλαμο σμηνιτών. Εγώ μπαίνω μέσα, κλείνω την πόρτα (δεν κλειδώνω) και συνεχίζω να τρέχω. Ο βλάκας πάει να ανοίξει και δεν μπορεί. Προσπαθεί 2-3 φορές και βγάζει το συμπέρασμα ότι έχω κλειδώσει. Κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα και ούπς! έχει έρθει κάποιος να του ανοίξει! Λαλαλα εγώ σε τι φταίω πείτε μου!

Τέλος πάντων, ο Μπάμπης έφυγε με αναρρωτική και θα ερχόταν πάλι την ημέρα που εμείς θα φεύγαμε… Μου είχε υποσχεθεί ότι θα μας πήγαινε εκείνος στο αεροδρόμιο αλλά… Τώρα που το σκέφτομαι έπρεπε να τον βρίσω μόλις τον είδα.

Να το θυμηθώ την επόμενη φορά!

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς το ξεκινήσαμε. Έγινε όμως παράδοση. Κάθε χρόνο την Καθαρά Δευτέρα μαζευόμαστε φίλοι και γνωστοί (καμιά φορά και άγνωστοι!) στο σπίτι, φτιάχνουμε (τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον ή αν υπάρχει κάποιος μερακλής) τον αετό μας, τρώμε, γελάμε…

Τα τελευταία χρόνια η παρέα έχει αλλάξει σύνθεση και η ημέρα έχει τροποποιηθεί. Μαζευόμαστε πιο αργά με αποτέλεσμα να μην προλαβαίνουμε να ασχοληθούμε με τον αετό… Συζητάμε λίγο ή πολύ καμιά φορά, τρώμε (ε, αυτό δεν άλλαξε) και συνεχίζουμε για καφεδάκι στον ήλιο, επιτραπέζια (αφού έχουμε επιστρέψει στο σπίτι) με ποπ κορν. Αν δεν έχουμε εξαντληθεί καταλήγουμε στο σινεμά ή σε λούνα παρκ.

Φέτος, ακόμη μικρότερη παρέα (ας όψονται τα γεννητούρια)… πιο υποτονικά τα πράγματα. Μέχρι την ώρα του καφέ. Εκεί γυρίσαμε 10 χρόνια πίσω. Πάω να κάτσω στο μοναδικό ελεύθερο τραπεζάκι και βλέπω μια γνωστή φάτσα…

Βρε αυτός δεν είναι ο αδελφός της Α.; Α, και αυτή δίπλα του είναι η κοπέλα του. Απέναντί του; ΑΑΑΑ, η Α. Καλέ με ποιόν είναι; (δεν είμαι κουτσομπόλα οι ερωτήσεις ήρθαν αυτόματα) Πως είναι έτσι αυτός δίπλα της; Αμάν!!! ο …. Τι λες τώρα; Πως έγινε έτσι;

– Ψιτ, ψιτ… ξέρετε ποιός είναι εδώ;

– Ποιός;

– Ο …

– Αμάν! Πως έγινε έτσι;

Ακολούθησαν προσπάθειες να τον εντοπίσουν και οι υπόλοιποι. Ευτυχώς πριν γίνουμε εντελώς ρεζίλι (μη τολμήσει κανείς και ρωτήσει γιατι δεν τους μιλήσαμε!) ήρθε η υπόλοιπη παρέα και είχαμε άλλον να πρήζουμε.

Επιστροφή στο σπίτι για επιτραπέζια που έχω να δηλώσω ότι μόλις κέρδιζα λίγο… το διαλύσαμε και καθώς μειωνόταν η παρέα… DVD και χαλάρωση.

Στο τελείωμα της ημέρας ήρθαν στο μυαλό μου συγκεκριμένα άτομα που έλειψαν ή λείπουν από τις Καθαρές Δευτέρες μου… και μια γλυκόπικρη γεύση μου έμεινε, το ομολογώ…

Καλή Σαρακοστή και καλή Ανάσταση να έχουμε….

Πήρα από την Ερόεσσα την σκυτάλη για να ανοίξω το μπαούλο με τις εγγραφές μου. Από αυτά που είχα τόσο καλά κρυμμένα τόσα χρόνια και που εδώ και σχεδόν ένα χρόνο μοιράζομαι μαζί σας, δεν μπόρεσα να απομονώσω 5. Έτσι τα χώρισα σε κατηγορίες:

Αυτές που προβλημάτισαν

H δύναμη της σιωπής

H μοναξιά του σχοινοβάτη

Χαμόγελο

Είναι δυνατόν να είμαι φυσιολογική;

Φαντάσματα και Φαντάσματα ΙΙ

Αυτά που δεν είδες

Παντρεύομαι

Αυτές που έφεραν δάκρυα

Σ’ ευχαριστώ

Βράδυ Σαββάτου

Κώστας και Ελένη

Σήμερα γιορταζεις

Το θαύμα

“τσάμπα” αγκαλιές

Αυτές που πλήγωσαν

Ο πλανήτης happy

Έτσι είναι οι άνθρωποι

Καλή αρχή

Μόρφωση και παραμόρφωση

Αυτές που έφεραν χαμόγελα

Η τερέζα

Τρως και συ κάτι κολλήματα

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά

Κάπου σε ξέρω

Νέο προϊόν

Το κουτί των αναμνήσεων

Τρεχάτε ποδαράκια μου

Καλή ανάγνωση στους νέους!

Υ.Γ. Κάπου στον Δεκέμβριο του 2007 σταμάτησα να διαβάζω…

Άρχισε να με γυροφέρνει πριν λίγο καιρό όταν αποφάσισα να γράψω ένα cd με ελληνικά τραγούδια που έχουν latin ρυθμό. Έψαξα και βρήκα αρκετά τραγουδάκια, που τώρα μου ακούγονταν κάπως “γελοία”. Eιδικά οι στίχοι τους.

Tα άκουσα φευγαλέα, τα χόρεψα, γελάσαμε και αυτό ήταν. Mε έτρωγε όμως κάτι μέσα μου. Kάτι μου έλεγε ότι σύντομα θα ξανάκουγα αυτά τα τραγούδια.

Tις προάλλες λοιπόν, ο Kουρσάρος “ανέβασε” το τελευταίο cd της Πωλίνας. Mε έτρωγε το χέρι μου… Tο “κατέβασα”. Kαι έπαθα πλάκα. OK, παιδιά είναι “αστεία” κάποια τραγούδια αλλά εγώ με αυτά μεγάλωσα. Mε αυτά ονειρεύτηκα, ερωτεύτηκα, έκλαψα… Kαι όλα αυτά στην αθώα τους μορφή.

Σαν να άνοιξαν οι ασκοί του Aιόλου. Άκουγα μουσική (παράλληλα είχα τον πελάτη που νόμιζε ότι τον άκουγα…), σκεφτόμουν και μελαγχολούσα. Όχι για τα χρόνια που πέρασαν και τα έχασα, γιατί θέλω να πιστεύω ότι δεν έχω χάσει κανένα χρόνο, τα έζησα όλα και με το παραπάνω μάλιστα…

Mελαγχόλησα όμως γιατί θυμήθηκα με νοσταλγία παλιές παρέες από τις οποίες χάθηκα, παιδικούς έρωτες , παλιές φιλίες, παλιές τρέλες (“Aπό το ραδιόφωνο ακούω τη φωνή σου…”) παλιές υποσχέσεις (“Ένα πράγμα ποτέ δε θ’ αλλάξει, δέκα χρόνια μετά, η δική μου καρδιά στο δικό σου ρυθμό θα χτυπά…”)

Για την Mαίρη, την Πέννυ, τον Γιώργο, τον Δημήτρη, την Nτόρα, τον Mιχάλη, τον Φ. (δε θα σε κάνω ρόμπα, ξέρω ότι δε θες), την Zωή, την Ξένια, την Γιώτα, την Έλενα, την Eλένη, τον Δημήτρη, τον Kώστα, τον Mάριο…

Από μικρή λάτρευα τον κινηματογράφο. Γιατί; Ποτέ δεν έμαθα. “Έπρηζα” λοιπόν τον αδελφό μου – μεγαλύτερο 10 χρόνια – να με παίρνει μαζί του.

Η πρώτη ταινία που θυμάμαι ότι είδα ήταν ο Superman. Από τότε πηγαίναμε πάντα στον Superman. Περίμενα πως και πως να βγει το επόμενο. Φυσικά εγώ δεν μπορούσα να διαβάσω τους υπότιτλους ή δεν προλάβαινα (ήμουν πολύ μικρή) και έτσι ο αδελφούλης μου, μου διάβαζε τους υπότιτλους. Πάντα λοιπόν καθόμασταν λίγο πιο μακριά από τον πολύ κόσμο για να μην ενοχλούμε και μου διάβαζε ψιθυριστά. Και μόνο που το σκέφτομαι… μπρρρ.

Φυσικά βλέπαμε και άλλες ταινίες. Πιο παιδικές π.χ. τον “Κούκλο” με έναν ηθοποιό που δοκίμαζε παιχνίδια και έπαιζε όλη την ώρα. Πολύ τον ζήλευα.

Και φυσικά κάθε φορά που ήθελε να παει σινεμά ο αδελφός μου, ρωτούσα “είναι κατάλληλο; Να έρθω και εγώ;” Τώρα που το ξανασκέφτομαι απορώ πως δε με σκότωσε… Ο κολλητός του προσπαθούσε να με πείσει ότι το “Χρ” δίπλα από τον τίτλο της ταινίας σήμαινε ότι είναι ακατάλληλο. Μια δυο φορές τον πίστεψα. Μετά όμως σκέφτηκα ότι το “Α” σημαίνει ακατάλληλο και το “Χρ” μάλλον σημαίνει “Χρωματιστή” (μόλις είχαν ξεκινήσει προφανώς οι έγχρωμες ταινίες) και άρχισα να πρήζω και τον φίλο του αδελφού μου.

Μάλλον τους έπρηζα πολύ γιατί κατάφερα σε ηλικία 10 ετών να πείσω τους γονείς μου να πάω μόνη μου σινεμά. “Ο ιππότης της λακούβας” (γκρρρρρρ). Από τότε δε σταμάτησα. Έχω δει πολλά έργα, έχω δει ταινίες μόνη μου, εχω δει 2 διαφορετικές ταινίες συνεχόμενα, έχω κοιμηθεί (αυτό μου συμβαίνει τα τελευταία μόνο χρόνια), έχω κλάψει, έχω γελάσει, έχω αγαπήσει, έχω φοβηθεί και κυρίως έχω διασκεδάσει.

Για μένα ο κινηματογράφος δε συγκρίνεται με κανένα home cinema. Είναι η διαδικασία περισσότερο που μου αρέσει….

Στο γυμνάσιο την σκυτάλη στο διάβασμα την πήρε ο μπαμπάς, καθώς βγήκε σε σύνταξη. Εκεί τα πράγματα ήταν πιο ζόρικα για μένα. Δεν ήταν εύκολο να τον πείσω ότι διαβάζω και μόνη μου. Αρχίσαμε λοιπόν το διάβασμα με την γνωστή μέθοδο της παπαγαλίας που σιχαινόμασταν και οι δύο. “Διάβασε τι σας έχουν βάλει, και έλα να μου πεις το μάθημα”.

Εγώ διάβαζα μια φορά τι έγραφε το βιβλίο και έλεγα τα δικά μου. Τι;, τσάμπα είχα μάθει τόσες εναλλακτικές λέξεις; Ευτυχώς ο μπαμπάς δεν έπεμενε στην παπαγαλία αλλά στο νόημα. Το οποίο, όταν παρακολουθούσα στην τάξη, έβγαινε εύκολα. Όταν όμως χάζευα – συχνό φαινόμενο- του έβγαζα την ψυχή.

Το σκηνικό λοιπόν είχε ως εξής: Ο μπαμπάς ξαπλωμένος να λύνει σταυρόλεξο και εγώ να χώνομαι κάτω από την κουβέρτα, να κουλουριάζομαι δίπλα του, να προσπαθώ να τον πείσω ότι έχω διαβάσει και να λύσουμε μαζί το σταυρόλεξο.

Έπιανε λοιπόν το βιβλίο και αρχίζαμε. Θυμόμουν τα μισά. Άντε πάλι… Το ίδιο σκηνικό για καμία ώρα. Τελικά το συζητούσαμε το μάθημα. Και έτσι μάθαινα πιο πολλά. Έπαιρνα και το ύφος του “τι λες τώρα” και όλα καλά. Τελειώναμε γρήγορα και μετά αγκαλίτσα λύναμε σταυρόλεξα…

Και δώστου νέες λέξεις για μένα…

Τελικά πάνω που άρχισε να μου αρέσει το διάβασμα με τον μπαμπά, το κόψαμε. Με “διάβαζε” μόνο όταν είχα κανένα σημαντικό διαγώνισμα και αφού τον έπρηζα πρώτα. Έλεγε πάντα “σου έδειξα τον τρόπο να διαβάζεις, δεν έχει νόημα να διαβάζεις μόνο μαζί μου. Εγώ απλά έλεγχο θα κάνω αν θες”.

Ο μπαμπάς ερχόταν στο σχολείο να ρωτήσει κιόλας την πρόοδό μου. Πάντα άκουγε τα καλύτερα (όχι τόσο στην απόδοση όσο στη διαγωγή) αλλά με αυστηρό ύφος (που έβλεπα ότι γελούσαν τα μουστάκια του) μου έλεγε ότι θέλει κι άλλη προσπάθεια. Κάποια στιγμή που είχε έρθει να πάρει τους βαθμούς του έδωσε συγχαρητήρια η καθηγήτρια. Την ρώτησε για ποιο πράγμα, αφού οι βαθμοί μου ήταν μέτριοι. Και τότε του έδειξε τις απουσίες. χμ… μάλλον κατάλαβε.