Posts Tagged ‘καθημερινότητα’

– Ξέρεις που θα κατέβουμε με το τράμ;;

– όχι, αλλά θα το δούμε μην ανησυχείς.

– χιχι κοίταξα εγω στο site του ΟΑΣΑ. Θα κατέβουμε στη στάση Μ.Α.

… προχωράμε… βλέπουμε το πάρκο (2 στάσεις πριν την στάση)…

-Να κατέβουμε;;

– όχι ρε σύ, Μ.Α. λέει…

– (στην επόμενη στάση): δε φεύγουμε μακριά;;;

– Μπα όχι, μάλλον γυρίζει και μας βγάζει σε άλλη είσοδο του πάρκου.

– Δε νομίζω να είναι τόσο μεγάλο το πάρκο

– Αλλά έχει πολλές πόρτες..

– Καλά, ας πάμε με το manual

Κατεβαίνουμε στη Μ.Α.. Πουθενά πάρκο.

– Πάμε με τα πόδια πίσω…

– Κάτσε να ρωτήσω στο φούρνο… Κάπου εδώ κοντά θα έχει πόρτα.

(ο δρόμος όλος μαγαζιά… πουθενά πάρκο…)

Κοπελίτσα στο φούρνο: Όλο ευθεία το δρόμο, θα περάσετε την πλατεία (που είχαμε περάσει 2 στάσεις πριν) και θα το δείτε φαίνεται…

-: τσιου τσίου… ας περπατήσουμε να κάνουμε και γυμναστική…

–  (στην επιστροφή – από άλλο δρόμο): Τελικά ίσως και να ήταν κοντά και η στάση Μεγάλου Αλεξάνδρου…

Είχα καιρό να εκνευριστώ… Για την ακρίβεια, είχα αποφασίσει να μην αφήσω κανέναν να με εκνευρίσει. Αλλά…

Για άλλη μια φορά απέδειξες ότι είσαι ανίκανος να χειριστείς ένα απλό θέμα. Λυπάμαι που στο λέω αλλά η θέση του “ηγέτη” πρέπει να δίνεται σε αυτούς που μπορούν να δίνουν λύσεις στα προβλήματα. ΟΚ. Δεν έφταιγες εσύ. Ούτε όμως και εγώ. Και εγώ δεν νευρίασα με το λάθος. Νευρίασα με την ανικανότητά σου να προτίνεις κάτι άλλο. Και περίμενα να δω τι θα πεις. Ήλπιζα μέχρι τελευταία στιγμή. Ήλπιζα και εκ των υστέρων να πεις κάτι.

Και είπες… Εκ του ασφαλούς μεν αλλά το δέχτηκα. Μπορεί να άργησες να το σκεφτείς είπα. Ας μη σε κατηγορώ λοιπόν.

Ούπς! Κάνεις το ίδιο λάθος δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα. Συγγνώμη κιόλας, αλλά δεν ήθελα χάρη. Λεφτά ήθελα να σου δώσω. Και σου είπα ότι είμαι κομμάτια και πρέπει να φύγω. Και όμως περίμενα 20 λεπτά να χαζογελάσεις.Και τελικά έφυγα. Χωρίς να σου πω τίποτα.

Προφανώς τσαντίστηκες. Και μου την είπες. Για άλλο λόγο. Για τον λάθος λόγο, μια και εγώ ήμουν ξεκάθαρη από την αρχή. “Ας το ξεκινήσουμε έτσι, αλλά ίσως χρειαστεί να αλλάξει στην πορεία”. Και χρειάστηκε. Και η αντίδρασή σου ήταν… “δεν μπορούν όλα να γίνονται όπως θες εσύ”. Και μένω ηλίθια. Και κερατάς και δαρμένος; Είναι πολύ… Νόμιζα. Γιατί μπορεί να γίνει και χειρότερο.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνω.

– Πρόταση. (ο τόνος της φωνής σου, δε μου άρεσε. Το ξέρεις ότι αν προσπαθήσεις να μου επιβάλεις κάτι, δεν θα τα καταφέρεις. Και είχες ακριβώς αυτό το ύφος. “Κάτσε να την πιάσω στον ύπνο”)

– Ακούω. (ας πάρω και εγώ αυτό το ύφος)

Και η πρόταση ήταν δελεαστική. Μια άλλη φορά όμως. Όχι τώρα. Όχι τελευταία στιγμή. Όχι με αυτό το ύφος. Και αρνήθηκα. (ευτυχώς πρόλαβα να σκεφτώ ότι θα είμαι εκτός) Και η απάντησή σου ήταν… “να ξέρεις ότι μίλησα πρώτα με τους ανθρώπους που θεωρώ δικούς μου, αλλά τι να σε κάνω, μου αρνείσαι. Μετά μην ζητάς να το ξανακάνουμε”. Και μένω ηλίθια. Θέλω να σε βρίσω. Αλήθεια το θέλω πολύ.

Ειλικρινά, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι όλα καλά; Ότι είσαι ο κύριος Τέλειος. Ο σούπερ ντούπερ;

Υ.Γ. Προσπάθησα πολύ να μην “ζωγραφίσω” ξεκάθαρα το χώρο που αναφέρεται το περιστατικό για να μη θίξω άτομα (τρομάρα μου). Φοβάμαι ότι στην προσπάθεια μου αυτή, έχασα την μπάλα και δε θα καταλάβετε τίποτα. Δεν πειράζει. Εγώ τα έγραψα και ησύχασα.

Ξημερώνει η ημέρα του διαγωνισμού και εγώ είμαι ένα πτώμα. Χαμογελάω… Σήμερα θα το ευχαριστηθώ. Χαζοχουζουρεύω και σκέφτομαι. Τα περσινά γέλια… Τον Μανώλη με την κάμερα. Ωχ, ο Μανώλης δε θα είναι. Και εγώ πως θα γελάω μετά; Μήπως να αγόραζα επιτέλους αυτή την κάμερα που σκέφτομαι εδώ και καιρό;

Ναι, ναι. Είναι καλή ιδέα. Τώρα. Γιατί αργότερα έχω ταξίδια και δε θα είναι το καλύτερο μου οικονομικά.

– Μαμά, θα πάω να αγοράσω κάμερα.

– Καλά, κοιμήσου λίγο ακόμη και θα σου περάσει.

Δε μου πέρασε. Σηκώνομαι. Πάω κομμωτήριο, το αυτοκίνητο για πλύσιμο (ξεμπίχλιασμα για την ακρίβεια) και επιστρέφω.

– Αδελφέ, θέλω να αγοράσω καμερα. Για αυτόν και αυτόν το λόγο. Ψάξε να μου βρεις κατι…

Και φυσικά ο αδελφός ψάχνει. Και βρίσκει. Αλλά δεν είναι διαθέσιμο πριν την Πέμπτη. Όχι, εγώ σήμερα την θέλω. Να βρούμε κάτι άλλο. Και βρίσκουμε. Και υπάρχει. Και είναι και οικονομική. Και μπαίνω στο αυτοκίνητο και πάω να την πάρω. Θα πάρω και καρτούλα (ευτυχώς γιατί δεν είχε μέσα).

Επιστρέφω σπίτι. Δεν έχω χρόνο. Πρέπει να την φορτίσω. Η μπαταρία είναι ήδη μέσα. Την βάζω στην πρίζα. Ανάβει το κοκκινο λαμπάκι (λογικά, ένδειξη ότι φορτίζει). Την ανοίγω, την χαζεύω λίγο.

Ωχ! Πρέπει να διαβάσω τις οδηγίες. Όχι τίποτα άλλο, θα είναι και ο Πέτρος το βράδυ και θα με εξετάσει σίγουρα.

Όλα καλά έως εδώ. Δεν έχει φορτίσει πλήρως αλλά πρέπει να φύγω.

Φτάνω στη σχολή. Ας την ανοίξω να δω πως φαίνεται. Ας την ανοίξω λέμε… Γιατί δεν ανοίγει; Χμ… θέλει να φορτιστεί πλήρως.

– Μπορούμε να την βάλουμε στην πρίζα;

– Βεβαίως.

Τι καλά…

Την ώρα που έρχεται ο Πέτρος με την Μάνια (ε, καλά δεν ήρθαν ακριβώς μαζί, ήρθαν την ίδια ώρα) λέω κάτσε να δω την καμερα.

Δεν άναβε το λαμπάκι. Ουάου.. φόρτισε.

Ας την ανοίξω. Ας την ανοίξω λέμε…. Σουσάμι άνοιξε! τίποτα. Γκρρρρρ

Λύση νούμερο 2. Τραβάμε φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες. Και ένα βίντεο με την μηχανή του Πέτρου. Σαν υπάκουα παιδιά (λέμε τώρα) εντελώς τυχαία χορεύουμε συνεχώς από την πλευρά που θα ήταν ο Πέτρος.  Δεν ήταν όμως. Γιατί δεν πρόλαβε  να φτάσει. Και έτσι το βίντεο υποψιάζομαι ότι είναι λίγο μακρινό.

Φωτογραφίες έχουμε (ελπίζω) αλλά όχι άμεσα διαθέσιμες γιατί η μηχανή μου μάλλον κόλλησε και ενώ η Μάνια νόμιζε ότι έβγαζε, δεν βγήκε καμία. Άγγελε, στηρίζω όλες τις ελπίδες μου πάνω σου.

(Παρένθεση: Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού ήταν να το ευχαριστηθώ πάρα πάρα πολύ. Δεν πέρασα στον τελικό αλλά δεν ήταν αυτός ο στόχος.)

Η επόμενη μέρα:

Τηλέφωνο από αδελφό.

– Όλα καλά με την κάμερα;

– Ρε συ, δεν δουλεύει αν δεν φορτιστεί πλήρως μαλλον. Και έτσι τζίφος.

– Περίεργο. Έβαλες καλά την μπαταρία;

– Ήταν ήδη μέσα.

– Διάβασες τις οδηγίες;

– Γκρρρρ ναι.

– Ψάξε στο ίντερνετ μήπως λέει πόσες ώρες θέλει φόρτιση.

Και ψάχνω. Και ψάχνω. Και δε βρίσκω. Αει σιχτίρ. Θα την αφήσω να φορτίζει αιωνίως.

Ψάχνω το κουτάκι. Καλώδια παντού. Α! Οι drivers. Κάτσε να τους έχω προχειρους, μήπως φορτιστεί κάποια στιγμή και χρειαστούν για να την δει το pc (γιατί το mac δεν κολλάει σε τέτοια).

Ένα χαρτάκι στον πάτο. Τι είναι αυτό;

“Please remove the insulator on battery connection before use” ελληνιστί βγάλτε το ρημάδι το νάυλον από την μπαταρία (το οποίο είναι διάφανο και κολλημένο τόσο καλά που με το ζόρι φαίνεται)

– Έχεις δουλειά; Nα περάσω;

– Έχω δουλειά αλλά πέρνα.

Kαι έρχεται. Kαι συζητάμε ενώ εγώ δουλεύω. Kαι καθόλου δε με πειράζει αλήθεια. Όσο μπορώ να εργάζομαι παράλληλα, δε με ενοχλείς καθόλου.

Όταν όμως με ρωτάς γιατί σου απαντάω μονολεκτικά, γιατί δε σε κοιτώ στα μάτια, γιατί…

Kαι σου απαντάω γιατί δουλεύουμε κιόλας, όχι δεν κάνω πλάκα.

Σκέψου λίγο ότι μπορεί να με φέρνεις σε δύσκολη θέση. Δε θέλω να σου πω να μην έρθεις ξανά, δε θέλω να βρίσκω ένα σωρό δικαιολογίες, θέλω να το καταλάβεις εσύ.

Mη μου ξαναγκρινιάξεις που “κάνω διακρίσεις” και δέχομαι επιλεκτικές επισκέψεις. Nαι, η Mαφάλντα μπορεί να έρχεται όποτε θέλει γιατί μόλις καταλάβει ότι έχω δουλειά, θα φύγει. Δεν χρειάζεται καν να της το πω. Kαι αν το πω, δε θα με παρεξηγήσει…

Mην το παίρνεις προσωπικά… 

(Πάλι, εγκώμιο σου έπλεξα, χαζούλα!)

Λίγο πριν φύγω για διακοπές σε μια πολύ μικρή κατηφόρα, πατάω λίγο απότομα το φρένο. Γλύστρησα… Περισσότερο τρόμαξα. Πρέπει να βάλω αέρα στα λάστιχα. Τόσοι μου το λένε κάθε μέρα. Κοιτάζω τα λάστιχα. Αμ, δε θέλουν αέρα… βόλτα θέλουν. Μέχρι τη χωματερή. Αρχίζω να το λέω σε όλους. (Είναι ο δικός μου τρόπος να ξορκίζω το κακό. Το λέω σε όλους, με πρήζουν, τσαντίζομαι, το κάνω). Φεύγω, έρχομαι, φεύγω, έρχομαι τα λάστιχα ακόμη εκεί.

Αποφασίζω να γυρίσω νωρίτερα από την Κρήτη, για να αλλάξω λάστιχα. Λάθος προγραμματισμός με βρίσκει να ξεκινάω την δουλειά με παλιά λάστιχα. (Γιατί μέχρι τότε, απέφευγα να παίρνω το αυτοκίνητο, στη δουλειά όμως;) Και αν βρέξει; Ο ελεύθερος χρόνος περιορίζεται. Απορρίπτεται λόγω απόστασης ο γνωστός μου. Να κοιτάξω κάπου στη γειτονιά μου… Ναι, ναι. Καλή ιδέα.

Ήταν. Γιατί πέρασε άλλη μια χαμένη εβδομάδα μια εγώ δεν ήμουν ποτέ στη γειτονιά μου (ξέρω, τι θα πείτε, αλλά δεν πειράζει!). Εχθές ο καιρός μου έκανε τσαλίμια.

– Άρχισε να ψιχαλίζει… Θα γλυστράνε οι δρόμοι.

– Μου κάνεις πλάκα.

– Όχι. Δεν άλλαξες ακόμη λάστιχα; (αυτός ο άνθρωπος…)

– Τσου.

– Ξέρεις, ε; Τώρα γλυστράει περισσότερο.

– Για καλό μου το λες.

– Όχι. Για να προσέχεις.

– Τέλος, αύριο θα φύγω νωρίτερα να πάω να δω στη γειτονιά μου.

– Γιατί δεν κοιτάς εδώ πιο κάτω. Έχει τόσα…

Και περνούσα κάθε μέρα από 2. Τι ηλίθια… Μπαίνω στον πρώτο εχθές. Στο δεύτερο μπήκα δηλαδή, γιατί τον πρώτο τον προσπέρασα κατά λάθος. Παίρνω μια τιμή. Θα ρωτήσω και τον άλλο.

Ακόμη δεν άρχισε να ψιχαλίζει (προηγουμένως, με δούλευε). Παρκάρω για να αλλάξω μεταφορικό μέσο. Μόλις βγαίνω από το αυτοκίνητο αρχίζει να ψιχαλίζει. Με λυπήθηκε ο Θεός.

Επιστρέφω αργά το βράδυ. Όλα ΟΚ, μόνο που το αυτοκίνητο έχει στάμπες από την βροχή. Πάω να το καθαρίσω. Ούπς! Δεν έχω νερό στους υαλοκαθαριστήρες. Φτου! Πάντα έτσι την πατάω. Τέλος πάντων. Τώρα βολεύομαι. Το πρωί θα ρίξω νερό… (για πλύσιμο ούτε κουβέντα, ακόμη)

Να μην πολυλογώ, σήμερα πήγα στον άλλο. Πιο ακριβός, αλλά συμπαθέστατος. Και εγώ τους ανθρώπους που συμπαθώ… δεν μπορώ, τους προτιμώ. Έκλεισα ραντεβού λοιπόν για Παρασκευή. Τέλος αυτό το θέμα.

Την Πέμπτη να πλύνω και το αυτοκίνητο, μη το δει ο άνθρωπος στα χάλια του…

Τι άλλο ήθελα να κάνω; Α, ναι! Να καθαρίσω τα τζάμια. Τώρα μάλιστα. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα.

Δύο φανάρια πιο κάτω με πλησιάζει ένας τύπος, μόνο που δεν του φίλησα τα χέρια. Μου καθαρίζει το παρμπίζ, όλα καλά. Θα ήταν όμως καλύτερα αν έκανε και το πίσω. Φτου! Άναψε το φανάρι. Αααα! Δεν το πρόλαβα. Να του κάνω νόημα να ξαναέρθει; Δεν πρόλαβα. Ήρθε μόνος του. Καθάρισε και το πίσω τζάμι και δεν ζήτησε καν επιπλέον λεφτά. Τελικά με αγαπάει πολύ ο Θεός.

Αρκεί να μη βρέξει μέχρι την Παρασκευή, ΟΚ;

“Δεν είμαι πολύ καλά. Πονάει από το πρωί το πόδι μου. Μάλλον το παράκανα εχθές, αλλά γούσταρα πάρα πολύ την «Πασαρέλα 2008» και δεν το μετανιώνω. Θα περάσει. Δεν είναι στο χέρι του. Βασικά στο πόδι μου είναι αλλά τέλος πάντων… Μήπως να μην πάω; Πηγαίνω στο καθρέφτη να μου πω κατάμουτρα την απάντηση. Ααααα, έχω πάει και κομμωτήριο. Τόσο ωραίο μαλλί (λέμε τώρα) να πάει χαμένο; Θα πάω. Βαριέμαι να οδηγήσω. Άσε που φοβάμαι μήπως το κουράσω πολύ και δεν μπορέσω να επιστρέψω. Θα πάρω ταξί. Έφυγααααα”

Ο ταξιτζής είχε την φαεινή ιδέα να περάσουμε από όλα τα στενάκια της περιοχής. Την οποία απόσταση από το ένα στενό στο άλλο την διανύαμε με την ταχύτητα του φωτός. Και δώστου τα απότομα φρεναρίσματα. Και να βλέπω τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα να φεύγουν από δίπλα μου πριν καλά καλά καταλάβω το χρώμα τους. Και να έχω ανακατευτεί… Και ούφ, επιτέλους φτάσαμε. Μπαίνω στην αίθουσα. Η θέση μου με περιμένει. Η πίστα είναι άδεια. Πριν προλάβω να βολευτώ καλά καλά παίζει το κομμάτι από την χορογραφία του Trophy. Χαμογελάω. Ένα χέρι απλώνεται μπροστά μου. Η πίστα εξακολουθεί να είναι άδεια.

– Δεν υπάρχει περίπτωση

– Γιατί; (δεν έχει συνηθίσει σε αρνήσεις, δικές μου τουλάχιστον)

– Καμία όμως. Μόνοι μας δε χορεύουμε

– Καλάαααα

Όση ώρα εμείς το συζητάμε η πίστα αρχίζει να γεμίζει. Εγώ όμως δεν βλέπω ακόμη κόσμο. Έρχεται δεύτερο χέρι. Βλέπω τον κόσμο. Σηκώνομαι διστακτικά. “Έτσι και μας δει ο άλλος, την έβαψα”. Μας τσακώνει.

– Δεν κατάλαβα, κάνουμε διακρίσεις;

– Ε, όχι. Μην το παίρνεις προσωπικά. Αλλά να…

Δεν πρόλαβα να τελειώσω, είχαμε ήδη στρίψει.

Αυτό σήμαινε ή ότι θα έπρεπε να τον παρακαλέσω για να χορέψουμε μετά (ναι, καλά) ή ότι δε θα με άφηνε σε ησυχία (φτου!). Κατά μαντέψατε, το δεύτερο διάλεξε.

– Αυτό σας αρέσει κυρία μου, ή δεν…;

– Μου αρέσει.

– Θα με κρατάς πολύ σφιχτά για να σε κάνω ότι θέλω.

– Εγώ αυτό το θέλω, τώρα;

– Ναι.

– Σαν τσακωμένοι χορεύουμε. Τι τσίτα είναι αυτή.

– Πάθος λέγεται…

– Μπουχαχαχαχαχα Τι πάθος, τι ένταση, τι ρυθμός… ΟΚ, το βουλώνω.

Ξαφνικά ακινητοποιείται (Όχι, δεν είναι η φάση που με πατάνε, βλ. σχόλια 198-200 χαχαχα) και αρχίζει να με στριφογυρίζει γύρω από τον άξονά μου. Το μάθαμε το καλοκαίρι αυτό και πολύ του άρεσε. Εμένα πάλι με ζαλίζει. Ιδρώτας στάζει μέσα στο μάτι μου. Αρχίζω να κλαίω.

– Γιατί κλαίς;

– Από την συγκίνηση, που χορεύουμε τόσο ωραία…

Μας πλησιάζει ο άλλος.

– Εμένα μου λες ότι ζαλίζεσαι.

– Και αυτουνού το λέω, αλλά με βλέπεις να έχω επιλογή;

Τελειώνει το τραγούδι – μαρτύριο. Ευκαιρία να σκουπίσω το μάτι μου. Νόμιζα! Ευκαιρία για να δοκιμάσω να χορέψω στα τυφλά. Με αφήσανε να καθήσω μετά από ένα τέταρτο αφού με έμπλεξαν σε έναν ομαδικό χορό μπουρδουκλώματος και βρεθήκαμε ούτε και εγώ ξέρω πόσο μπλεγμένοι.

– Να οργανωθούμε βρε παιδιά… (θυμήθηκα το γνωστό ανέκδοτο)

Κατά τα άλλα ήταν ένα συνηθισμένο βράδυ Παρασκευής. Έτσι θα μας πάει όλη η χρονιά;

Κοιτάζοντας πίσω, το καλοκαίρι που πέρασε, βλέπω κάποιες μικρές προσωπικές μου νίκες.

1. Κατάφερα να μη σπάσω έναν “όρκο” σιωπής

2. Κατάφερα να μην εκνευριστώ με έναν “κύριο” που – σε απόσταση μικρότερη από 1,5 μέτρο από μένα – έκανε “εργόχειρο”

3. Κατάφερα να μην πάρω ούτε ένα κιλό στις διακοπές (ούτε και να χάσω, δυστυχώς)

4. Κατάφερα να επιστρέψω από διακοπές και να μην χρωστάω τα κέρατά μου.

5. Κατάφερα να μην υποκύψω σε έναν πειρασμό που με τσιγκλούσε.

6. Κατάφερα να μείνω μακριά από υπολογιστή/ιντερνετ περισσότερο από 10 ημέρες.

7. Κατάφερα να μην αγγίξω 3ψήφιο νούμερο στο λογαριασμό του κινητού μου

8. Κατάφερα να εξαντλήσω ΟΛΗ μου την άδεια (βλακεία, αλλά ένας λάθος υπολογισμός μου στοίχισε 3 ημέρες)

9. Κατάφερα να μη σταματήσω το χορό όλο το καλοκαίρι, για περισσότερο από 10 ημέρες (δεν ξέρω αν θα άντεχα και περισσότερο) και …

10. Κατάφερα να επιστρέψω από διακοπές και να μην με πιάσει κατάθλιψη για το τέλος του καλοκαιριού!

Έχω λόγους να χαμογελάω…