Posts Tagged ‘lna’

Μια μεγάλη αγάπη μου είναι ο κινηματογράφος. Δεν ξέρω ακριβώς το λόγο. Μάλλον γιατί δεν είναι μόνο ένας.

Με θυμάμαι να πηγαίνω σινεμά από πολύ μικρή. Όταν ακόμη δεν προλάβαινα να διαβάσω τους υπότιτλους και ο αδελφός μου αναλάμβανε να το κάνει αυτό για μένα. Τώρα που το σκέφτομαι, δε θα ήθελα να κάθομαι κοντά μας.

Επίσης θυμάμαι ότι πρώτη φορά με άφησαν οι γονείς μου να δω έργο χωρίς την παρουσία τους σε θερινό, σε ηλικία 10 ετών. Ακόμη καμαρώνω γιαυτό κι ας ξέρω ότι απλά μας (εμένα και μια φίλη μου) άφησαν έξω από το σινεμά και ήρθαν να μας πάρουν μόλις τελείωσε.

Αργότερα, στην εφηβεία, το σινεμά ήταν η αγαπημένη μου έξοδος. Η δεκαετία του ΄90 είχε και μπόλικο καλό υλικό. Φανατική αναγνώστρια του περιοδικού «Σινεμά», ανακάλυψα τις avant premiere, και τα back to back. Έτσι, σχεδόν κάθε Κυριακή μεσημέρι στριμωχνόμουν στους αγαπημένους κινηματογράφους της Αθήνας και περίμενα υπομονετικά να δω πρώτη την ταινία της εβδομάδας. Κάποιες φορές την έβλεπα καθισμένη στο διάδρομο. Είχε την πλάκα του. Άλλες πάλι φορές, πήγαινα και το απόγευμα σινεμά για δεύτερη ταινία. Ή ξεκινούσα από το απόγευμα και έβλεπα δύο ταινίες συνεχόμενες.

Μετά, ήρθαν οι πολυ-κινηματογράφοι. Πιο άνετες θέσεις, πιο πολλή βαβούρα, περισσότερος κόσμος, χωρίς διάλειμμα… Έχασε την αίγλη του. Εκεί κάπου χάθηκα. Για κάποιο λόγο, κουραζόμουν. Έδινα μισή ώρα στην ταινία και αν δεν είχε ενδιαφέρον, απλά αφηνόμουν στη θαλπωρή της αίθουσας. Μου εξηγούσαν οι υπόλοιποι της παρέας, τα κενά που είχα στο έργο. Όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο βέβαια. Ειδικά αν η ταινία δεν άρεσε ούτε σε κείνους. Όμως συνέχιζα να πηγαίνω. Με χαλάρωνε. Μου έδινε χρόνο να σκεφτώ. Να βρίσκομαι με κόσμο αλλά να μη χρειάζεται να μιλάω. Να είμαι εκεί και παράλληλα να είμαι αλλού.

Τα θερινά είναι ένα κεφάλαιο από μόνο τους. Πραγματικό ταξίδι με όλες τις αισθήσεις. Μυρωδιά απο αγιόκλημα, γιασεμί αλλά και ποπ κορν και σουβλάκια. Ξέφευγε λίγο το βλέμμα και κοιτούσα τα αστέρια. Πολλές φορές είδα κάποιο να πέφτει. Άλλες φορές η θέα ήταν οι περίοικοι που μάζευαν τα απλωμένα ρούχα ή η Ακρόπολη. Όμως για τα θερινά θα γράψω άλλη φορά.

Το καλύτερο σημείο της ταινίας, πάντα αλλά ιδιαίτερα τα τελευταία – πιο ώριμα – χρόνια, είναι η συζήτηση μετά. Για την ακρίβεια, οι ατέλειωτες συζητήσεις μετά – με παρέα ή χωρίς. Κάποιες από αυτές, θα μεταφέρω και εδώ. Εν καιρώ…

Μείνετε σε αναμονή.

 

 

 

23 χρόνια πριν. Eπίσκεψη με την μαμά σε ένα “χώρο” εστίασης γερόντων και απόρων της Eκκλησίας. Aνάμεικτα συναισθήματα. Προβληματισμός. Δεν ρώτησα τίποτα. Δεν μου έγινε κανένα “κύρηγμα” του στυλ “υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε, μπλα μπλα μπλα”.

Mια εβδομάδα μετά. Mεσημέρι. Ποτέ δεν κοιμόμουν τα μεσημέρια (γιαυτό άραγε, τώρα κοιμάμαι όπου βρω;) αλλά καθόμουν ήσυχη και ασχολιόμουν με… διάφορα. Aγαπημένη μου ασχολία το… γράψιμο. Aκόμη και πριν μάθω να γράφω, είχα ένα τετράδιο που μουτζούρωνα υποτιθέμενα γράμματα. Όταν δε έμαθα να γράφω, έγραφα ότι έβρισκα μπροστά μου.

Aπόγευμα. Όλοι έχουν ξυπνήσει.

– Mαμά πάω στη Mαίρη.

Eπιστροφή μετά από λίγο με την Mαίρη. Kλεινόμαστε στο δωμάτιο και αρχίζουμε το γράψιμο.

– Mαμά, οι φωτοτυπίες είναι ακριβές;

– Tι θέλετε να βγάλετε;

– 80 σελίδες περίπου.

Mας είπε ένα ποσό. Ξανακλεινόμαστε στο δωμάτιο. Γράφουμε, γράφουμε… Aυτό κράτησε περίπου μια εβδομάδα. Στο τέλος, εμφανίζουμε 4 σελίδες A4 συρραμένες σαν εφημερίδα.

– Mαμά, βγάλαμε εφημερίδα.

Tην παίρνει στα χέρια της. Tην μελετάει. Διαβάζει τον πρόλογο. Έγραφε, στο περίπου: “… είμαστε 2 φίλες και βγάλαμε αυτή την εφημερίδα με σκοπό να μαζέψουμε χρήματα για να αγοράσουμε τρόφιμα για την Eστία γερόντων…”

– Mπράβο σας κορίτσια. Που θα την πουλήσετε;

– Σε σας, στο σχολείο… Έχουμε φτιάξει μόνο 20 αντίγραφα. Δεν μπορούσαμε να γράψουμε άλλο. Aν τελειώσουν θα δούμε.

Mαζέψαμε περίπου 5.000 (όλοι έδιναν παραπάνω, ντραπήκαμε να την “διαφημίσουμε” και την δώσαμε μόνο σε συγγενείς). Πήγαμε μόνες μας στο σούπερ μάρκετ, αγοράσαμε τρόφιμα και παρακαλέσαμε την μαμά να μας πάει στην Eστία.

23 χρόνια μετά, η πρώτη εφημερίδα είναι αρχειοθετημένη σε κάποιο συρτάρι (όταν θα γίνω μεγαλοεκδότης, να θυμάμαι το “πρώτο” φύλλο, και τον σκοπό του) , η εμπειρία όμως είναι χαραγμένη στην καρδιά μας.

Kαθόταν η κολώνα ατάραχη, λίγο πιο αριστερά από την πορεία του Fabia. Tην πλησίασε. Έσκυψε να της πει δυο λόγια τρυφερά. Tο τράβηξε με πάθος στην αγκαλιά της. Ένα μικρό τράνταγμα, μαρτυρούσε ότι περνούσαν καλά οι δυό τους.

Tο ειδύλιο δεν κράτησε πολύ. Kάποιος τράβηξε απότομα το Fabia από την αγκαλιά της.

– Mη φεύγεις… του φώναξε.

– Θα ξαναγυρίζω. Προς το παρόν θα έχω τα σημάδια σου πάνω μου, για να μου θυμίζουν εσένα.

– Kαι εγώ, θα κρατήσω το χρώμα σου, για πάντα πάνω μου.

– Θα επιστρέψω… Mη φύγεις.

Για το πρώτο μέρος  εδώ.

Πήρε την ανθοδέσμη στα χέρια της και χαμογέλασε. Διάβασε την κάρτα.

– Ο τρελός…

Κοιτάζει το ρολόι της. Η ώρα ήταν 12. Είχε μόλις 8 ώρες για να γίνει μια κούκλα.

“Έχω ραντεβού” έλεγε και ξανάλεγε… τραγούδησε όλα τα τραγούδια της εποχής της που έλεγαν για ραντεβού “Έχω απόψε ραντεβού, ραντεβού με σένα… κι απ’ το τρακ τα πόδια μου… γιατί έχω απόψε ραντεβού, το πρώτο ραντεβού..”

Το θυμόταν το πρώτο τους ραντεβού. Την είχε πάρει τηλέφωνο στη δουλειά.

– Έχω εισιτήρια για μια συναυλία απόψε, θέλεις να έρθεις μαζί μου;

Πήγε. Συναυλία δεν άκουσε όμως. Τώρα που το θυμήθηκα να τον ρωτήσω για ποια συναυλία ήταν τα εισιτήρια…

Κάθισαν να χαζέψουν την θέα. Πήραν και ένα ποτό, δεύτερο… Πέρασαν όμορφα. Από την αρχή της είχε κάνει εντύπωση. Ναι, της άρεσε.

Δε θα ξεχάσει ποτέ πόσο της έλειψε όταν είχε φύγει για μια ολόκληρη εβδομάδα, για κείνο το συνέδριο… Ατέλειωτη της φάνηκε. Κάθε μέρα μιλούσαν όμως στο τηλέφωνο. Δήθεν να της λέει τι έγινε στο συνέδριο μήπως τα ξεχάσει. Άκουγε… Αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα. Της άρεσε απλά να τον ακούει.

Στο τέλος της εβδομάδας δεν άντεξε. Πήρε το αεροπλάνο και πήγε. Θα του έκανε έκπληξη. Τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να ήταν με άλλη και να μου έκανε έκπληξη. Τι αφελής που ήμουν… Πέρασαν πολύ ωραία όμως. 12 ώρες ήταν συνέχεια μαζί!

– Πω πω πέρασε η ώρα και έχω ραντεβού…

Έβαλε τα αγαπημένα της ρούχα, έφτιαξε τα μαλλιά της, βάφτηκε και ξεκίνησε. Είχε τράκ. Το πρωί είχαν τσακωθεί λιγάκι. Τώρα που το σκέφτεται ο λόγος ήταν ασήμαντος…

Ήταν στο ραντεβού στην ώρα της. Την πήρε από το χεράκι, και περπάτησαν μαζί δίπλα στη θάλασσα.

– Ξέρεις, σκεφτόμουν σήμερα… για το πρωί.

– Ξέχνα το πρωί. Ζήσε το τώρα.

– Φοβάμαι μη σε συνηθίσω. Δε θέλω να σε συνηθίσω.

– Θυμήθηκα εκείνο το τραγούδι που πάντα σε νευρίαζε…

” Και δε θα γυρίσεις

μα θα θυμάμαι, καμιά φορά

πως μόνο μαζί σου

όλα μοιάζαν, σαν πρώτη φορά”

– Σςςςς! Εγώ όμως δε θα φύγω…

Κάθησε αναπαυτικά στην καρέκλα του γραφείου του. Είχε πολύ ώρα να καθήσει και το είχε ανάγκη. Έπιασε στα χέρια την φωτογραφία της γυναίκας του. Την θυμάται αυτή τη φωτογραφία πολύ καλά. Εκείνος την είχε τραβήξει πριν από δέκα περίπου χρόνια. Τον είχε κουράσει πάρα πολύ. Έκανε γκριμάτσες, η άτιμη… Δεν θα το ξεχάσει ποτέ εκείνο το ταξίδι.

Έπρεπε να λείψει για μια εβδομάδα. Επαγγελματικό ταξίδι. Ένα συνέδριο γινόταν στην πιο δύσκολη περίοδο. Δύσκολη, γιατί ακόμη τα πράγματα μεταξύ τους, δεν ήταν πολύ ξεκάθαρα…

– Θα λείψω μια εβδομάδα. Το συνέδριο τελειώνει το Σάββατο, αλλά δεν βρήκα αεροπλάνο και θα επιστρέψω Κυριακή βράδυ.

– Ζηλεύω. Κοίτα να περάσεις καλά. Να μορφωθείς αλλά πρόσεξε… μην παραμορφωθείς.

Γελάσανε. Ήθελε να της προτείνει να πάει μαζί του. Ήξερε όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο. Θα περνούσε την πιο δύσκολη εβδομάδα. Την έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο. Μιλούσαν με τις ώρες. Της έλεγε τα πάντα για το συνέδριο γιατί φοβόταν μη τα ξεχάσει… Τώρα που το σκέφτομαι, πιο γελοία δικαιολογία δε μπορούσα να σκεφτώ;

Την Κυριακή θα έκανε μόνος του βόλτες… Θα περίμενε να περάσουν οι ώρες για να μπει στο αεροπλάνο της επιστροφής. Της ζήτησε να πάει στο αεροδρόμιο και εκείνη αρνήθηκε. Είχε κανονίσει να πάει σινεμά. Τσαντίστηκε. Τα έβαλε με τον εαυτό του.

– Έδωσα παραπάνω αξία. Προτιμά να μη χάσει την έξοδό της.

Το Σάββατο δεν την πήρε τηλέφωνο. Ούτε και εκείνη. Βγήκε για ένα ποτό. 5 έγιναν τελικά. Ούτε που κατάλαβε πως έφτασε στο δωμάτιο. Το πρωί χτυπάει το τηλέφωνο.

– Φτου! Ξέχασα να πω να μη με ξυπνήσουν σήμερα νωρίς.

Το σηκώνει και το κλείνει αμέσως. Λίγο αργότερα χτυπάει η πόρτα. Σηκώνεται και ανοίγει…

– Καλημέρα! Μου έλειψες…

Δεν πίστευε στα μάτια του. Κοίταξε το ρολόι του. Την αγκάλιασε.

– Ετοιμάσου! Έχουμε μόνο 12 ώρες μπροστά μας και πρέπει να δούμε τα πάντα.

Κάπου εκεί στο πλακόστρωτο ήταν ο ζωγράφος. Κάθησε να την ζωγραφήσει. Μάταια προσπαθούσε ο κακομοίρης να την πείσει να μην κουνιέται. Μόλις τελείωσε το πορτραίτο, προσπάθησε να την φωτογραφίσει. Εκεί δίπλα στην γέφυρα.

Θυμήθηκε το πρωινό τους καυγαδάκι. Τώρα του φαινόταν μια ανόητη σκέψη…

Έπιασε το τηλέφωνο στα χέρια του.

– Ανθοπωλείο “…..” εκεί; Το καρτάκι θα σας το φέρω εγώ σε λίγο.

“Το βράδυ, στις 8 να είσαι στην πλατεία… Έχεις ραντεβού!”

(συνεχίζεται)

Ναι, ναι για σένα. Για σένα που αναρωτιέσαι αν μιλάω για σένα. Εσένα καλέεεεε! Όχι, χρυσό μου, όχι για σένα που έχεις παίξει σε όλα τα ακατάλληλα blogοπαίχνιδα. Χμ… Για να σκεφτώ… Και για σένα. Ξέρω τα πάντα.

Για σένα που μπαίνεις το πρωί στο λεωφορείο/τρένο/τράμ/μετρό/αυτοκίνητο/γραφείο/μαγαζί μιλώντας στο κινητό σου. Για σένα που μιλάς με τον συνεταίρο/συνεργάτη/πελάτη/μαθητή/δικηγόρο/γιατρό και κάνεις όλες σου τις συνεννοήσεις. Ξέρω τα πάντα. Ξέρω ότι σήμερα δε θες να πας να δεις τον πελάτη σου, ότι δεν έχεις διαβάσει, ότι η δουλειά δεν θα είναι έτοιμη, ότι είσαι άρρωστος, ότι το χρηματιστήριο ανέβηκε ή έπεσε (πούλα, πούλα, σε κοροίδευα παλιά…), ότι τα οικονομικά σου είναι χάλια… Ξέρω τα πάντα σου λέω. Γιατί τα λες δυνατά.

Φωνάζεις να ακουστείς πιο δυνατά από τον διπλανό που κάνει τα ίδια ακριβώς… Και εγώ σε ακούω. Δεν κάνεις καν τον κόπο να απομακρυνθείς από το αυτί μου. Πολλές φορές ακούω και την άλλη φωνή… Και έχω τον πλήρη διάλογο.

Δεν ξέρω όμως μόνο τα επαγγελματικά σου. Σε ξαναβρίσκω πάλι το μεσημέρι. Σε πιο οικογενειακές στιγμές. Μιλάς με την γυναίκα σου, το παιδί σου (να σου ζήσει βρε, σε είπε “μπαμπά”!!! αχ τι ωραία), την ερωμένη σου (αυτό το καταλαβαίνω από τα σιρόπια που πέφτουν στο πάτωμα), τους φίλους σου. Ξέρω τι φαγητό θα φας, ξέρω αν πήγες τουαλέτα το πρωί, αν έκανες έρωτα με την γυναίκα σου εχθές, αν πήρες δώρο στην ερωμένη σου…. Ξέρω τι δικαιολογίες λές στη μία για την άλλη. Ξέρω ότι έχεις διπλή ζωή! Ξέρω και για εκείνον τον κάλλο που σε ταλαιπωρεί, ξέρω τι ψήφισες…

Ξέρω τα πάντα για σένα, σου λέω… Και ας μην πήγες ποτέ σε reality (εσύ σε τέτοιο παιχνίδι, ΠΟΤΕ). Και ας μην βγήκες ποτέ σε παράθυρο να πεις να προσωπικά σου ή τις απόψεις σου. Μπορεί να μην είμαι ο Μάκης, αλλά ξέρω τα πάντα για σένα. Εσύ μου το επέτρεψες!

-Έλα, έχω πρόβλημα.

– Εκ γενετής! Κάτι άλλο.

– Σοβαρά τώρα.

– Για λέγε…

– Θυμάσαι πως ήμουν την τελευταία φορά που μιλήσαμε με τις ώρες;

– Ναι. Ήσουν σαν ερωτευμένο 15χρονο. Και μάλιστα με αυτόν τον χάχα.

– Α! Μπράβο. Θυμάσαι που σου έλεγα ότι δε με θέλει;

– Ναι. Και εγώ σου έλεγα καλύτερα γιατί δεν τον χωνεύω…

– Μια χαρά θυμάσαι…

– Μπα μη νομίζεις, επιλεκτική μνήμη έχω. Θυμάμαι επίσης ότι σου είχα πει να μην τολμήσεις και έρθεις να σε παρηγορήσω αν φας τα μούτρα σου γιατί σε είχα προειδοποιήσει.

– Ναι, ναι καλά.

– Καλάμια. Πού είναι το πρόβλημα δεν καταλαβαίνω ακόμη.

– Τώρα με θέλει.

– Όχι ρε μαμώτο…Εεεε, τι ωραία νέεεεα! Το πρόβλημα που είναι; Γιατί εγώ μέχρι στιγμής αυτόν βλέπω για πρόβλημα. Ωωωωω όχι! Kουμπάρα ΔE γίνομαι.

– Σταμάτα βρε χαζό. Εγώ έχω το πρόβλημα.

– Ωχ! Τι σου έκανε, το γαϊδούρι; Ακούω.

– Να, ρε σύ. Αγχώθηκα. Ξενέρωσα. Τρόμαξα… Τώρα που με θέλει, δεν τον θέλω.

– Ουφ! Είσαι ανάποδη τελικά. Όχι γιατί είσαι τρεις λαλούν και δυο χορεύουν αλλά γιατί επιλέγεις άντρες που δεν έχουν σωστό timing. Το πρόβλημα που είναι δεν μου έχεις πει…

– Δεν θέλω να τον πληγώσω!

– Ορίστε; Θα τα πάρω…. Όταν σε έφτυνε ήταν καλά;

– Εεεε, όχι αλλά δεν πρέπει να κάνουμε ότι δεν μας αρέσει να μας κάνουν.

– Από το να τον φτύσεις μέχρι το να μην τον πληγώσεις απέχει πάρα πολύ. Σύνελθε!

– Μαααα

– Δεν έχει μα και μου.Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι εγώ θα σου βρω μια λύση για να μην τον πληγώσεις; Αφού ξέρεις ότι δεν τον χωνεύω.

– Τίποτα απλά ήθελα μια γνώμη από σένα που δεν πληγώνεις τους ανθρώπους, φανταστική φιλενάδαααααα

– Είσαι τρελή…

– Και η καλύτερή σου φίλη επίσης!