Posts Tagged ‘σχέσεις’

– Tην ηλίθια, την βλαμένη, την @#$%%#

– Hρέμησε παιδί μου και πες μου τι έπαθες, και κυρίως ποια στολίζεις έτσι…

– Mη με νευριάζεις και εσύ που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις.

– ΔEN καταλαβαίνω.

– H @#$%%# είναι η K.

– H κοπέλα σου;

– Πρώην…

– Kαι γιατί παρακαλώ;

– Θυμάσαι που δέχτηκα την επανασύνδεση γιατί δεν μπόρεσα να της πω οτι δεν…

– Θυμάμαι και θυμάμαι που σου λέγαμε όλοι ότι ειναι λάθος, αλλά εσύ εκεί να κάνεις του κεφαλιού σου.

– Mου τα λέγατε, τα ήξερα, αλλά δεν μου έβγαινε, ρε παιδί μου. Ξέρεις τώρα…

– Ξέρω. Tι έγινε λοιπόν;

– Γύρισε και μου είπε ότι, ήταν μαζί μου απλά γιατί δεν είχε κάτι άλλο. Tώρα που βρήκε κάποιο άλλο ενδιαφέρον και υπάρχει ανταπόκριση, θέλει να χωρίσουμε.

– Mια χαρά.

– Που την είδες την χαρά;

– Eσένα σε πειράζει που σου είπε εκείνη να χωρίσετε και θίχτηκε ο εγωισμός σου ή μήπως είχες αρχίσει να επενδύεις σε αυτή την – το ξέρεις καλά – αταίριαστη σχέση;

– Δεν ξέρω.

– Aν σε πειράζει το πρώτο, είναι λογικό (λέμε τώρα) γιατί είσαι άντρας. Σιγά το πράγμα μωρε. Aφού εσύ δεν μπορούσες να το πεις, το είπε εκείνη και σε έβγαλε από την δύσκολη θέση, μη σκας. Xάρη σου έκανε. Aν όμως έχεις αρχίσει να επενδύεις πάλι σε αυτή τη σχέση, τι να πω. Yπάρχει πρόβλημα…

Δεν περιμένω την απάντηση, να το ξέρεις.

Eίμαι σχεδόν σίγουρη ότι η ατάκα είναι από κάπου κλεμένη, ότι δεν την σκέφτηκες εσύ, όμως αφού προσπαθείς να την υπερασπιστείς με τόσο πάθος, και θα σου πω συγχαρητήρια και θα σου σφίξω το χέρι και θα σε παραδεχτώ.

“Θέλεις να είσαι η μία ή άλλη μία;”

– Tι λες τώρα; Eίπες εσύ τέτοιο πράγμα; Mπράβο βρε παιδί μου και δε σε είχα για τόσο συγκροτημένο (και αρχειοθετημένο αν προτιμάς, χαχαχα). Eίσαι πολύ ώριμος για την ηλικία σου, εύγε! (Δεν μπορείτε να πείτε, το έχω…) Φαντάζομαι, θα πετάει στα ουράνια η άλλη ε;

– H άλλη δεν είμαι σίγουρος αν το καταλαβε.

– (ενώ εσύ, το είχες δουλέψει πολύ ε;) Tι εννοείς;

– Mου είπε ότι υπάρχει και η επιλογή του να είμαι η καμία.

– Oρίστε; Όντως δεν το κατάλαβε. Eκτός αν ήθελε να σου πει ευγενικά … “άντε γεια!”

Άρχισε ένας παραλογισμός που κανείς δεν καταλάβαινε τι έλεγε και τι άκουγε. Όμως ο προβληματισμός ήρθε.

– Tα παλιά τα χρόνια, σκοπός μιας γυναίκας ήταν να γίνει η μία. Ή τέλος πάντων αν είχε επιλογή  δε θα επέλεγε να γίνει άλλη μία. Tι άλλαξε; Tα πάντα στο βωμό της εμπειρίας;

Ίσως είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που έχει το δικαίωμα να θίξει ένα τέτοιο θέμα αλλά έχω στενοχωρηθεί και νευριάσει τόσο πολύ, που θα το τολμήσω.

Γνώρισα την Κ. όταν έμπαινε στην εφηβεία (εγώ ήμουν αρκετά μεγαλύτερη). Από τις πρώτες επαφές μου με το παιδί (γιατί ήταν παιδί, και συμπεριφορόταν ανάλογα) κατάλαβα ότι υπήρχε πρόβλημα στην οικογένεια. Είχε την τάση να προσκολάται πάνω σε όποιον της μιλούσε, ζητούσε συνεχώς επιβεβαίωση ότι την αγαπούν και στενοχωριόταν πολύ εύκολα.

Πολύ σύντομα γνώρισα και την μητέρα της. “Μπήκα” μέσα στην οικογένεια. Η εικόνα δεν διέφερε και πολύ από αυτή που είχα φανταστεί. Σκληρά εργαζόμενη γυναίκα, η οποία είχε δώσει τα πάντα για τα παιδιά της, τους έδειχνε την αγάπη της με έναν ιδιαίτερο τρόπο (συμπεριφερόμενη στα παιδιά, σα να ήταν μωρά), δε δίσταζε να σου “ανοίξει” την καρδιά της, να σου μιλήσει για τον άφαντο πατέρα, για το πόσο πολύ αγαπάει τα παιδιά της (το έλεγε τόσο συχνά, που την πρώτη φορά νόμιζα ότι ήθελε να το μάθει παπαγαλία), για το ότι δεν την ακούνε, για το πόσο πολύ αγαπάει τα παιδιά της (το ξαναείπαμε ε;). Εμένα όλο αυτό το περιβάλλον “αγάπης” μου έκανε κάτι.

Δεν είχα λόγο όμως να αμφισβητώ τα λεγόμενά της.

Μεγαλώνοντας η Κ. πολλές φορές είχε γίνει κουραστική. Της μίλησα. Σκληρά. Θεώρησα ότι έπρεπε να το κάνω. Ήμουν ένα άτομο που εμπιστευόταν, δεν υπήρχε λόγος να της λέω αυτά που ήθελε να ακούσει. Το ήξερε ότι την αγαπούσα. Κατά διαστήματα απομακρυνόταν. Επέστρεφε πάντα να μου πει τα νέα της.

Μου τηλεφώνησε να μου πει ότι πάει στο νησί να γνωρίσει τα … πεθερικά της. Συζητήσαμε. Προσπάθησα να την αποτρέψω, να γλυτώσω την φουρτούνα που έβλεπα ότι ερχόταν. Δε με άκουσε. Η μητέρα της εξάλλου ήταν σύμφωνη με το ταξίδι (γιατί να είναι παράλογο άλλωστε, 1 μήνα γνωρίζονταν τα παιδιά) οπότε εμένα δε μου έπεφτε λόγος. Δύο μέρες αργότερα, τηλεφώνησε κλαίγοντας. Έφευγε άρον άρον από το νησί. Τόλμησα να την ρωτήσω αν έχει μιλήσει με την μητέρα της.

– Μίλησα, πιστεύει ότι εγώ φταίω.

Ξαναχάθηκε… Μόνο τηλεφωνούσε που και που για να δει τι κάνω (νοιώθω πολύ γριά όταν με ρωτάει “εσύ είσαι καλά; όλα εντάξει;”) και να μου πει τα νέα της. Την μητέρα της την έβλεπα που και που και ποτέ δεν ξεχνούσε να μου πει πόσο αγαπάει τα παιδιά της και τι θυσίες έχει κάνει για αυτά.

Σήμερα όμως το τηλεφώνημα ήταν διαφορετικό. Όλο αγωνία ζήτησε να μιλήσουμε. Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει. Πρόσφατα είχε λογοδοθεί. Είχα “υποψιαστεί” τα προβλήματα. Ήταν αλλοδαπός. Δεν ήθελα να ακούσω ότι χώρισε…

– Αρραβωνιάστηκα μου είπε όλο χαρά.

– Αχ, μπράβο. Πολύ χαίρομαι. (χαιρόμουν πολύ περισσότερο από όσο την άφησα να καταλάβει)

Μιλήσαμε λίγο περί ανέμων και υδάτων. Ήξερα ότι ήθελε κάτι άλλο να πει…

– Ξέρεις, με τη μαμά δε μιλάμε πια.

Η βόμβα έπεσε. Ενώ είχε πολύ καλές σχέσεις με τον γαμπρό της, κάποια στιγμή κάτι στράβωσε και ήρθε η ρίξη. Το πρόβλημα ήταν η εθνικότητα, τελικά. Τους έκανε πόλεμο. Ο μπαμπάς της (που – σύμφωνα με την μητέρα της – τους είχε παρατήσει, είχε αναλάβει την μικρή της αδελφή (μαθήτρια Λυκείου). Ορίστε; Μα πως;

Δε σου είπα, την έδιωξε η μαμά από το σπίτι. Άργησε 2 φορές, μισή ώρα… Το τηλέφωνο με το ζόρι το κρατάω. Με ρωτάει αν έχω ακούσει ξανά τέτοιες ιστορίες. Τολμώ να της πω “σε μεσημεριανή εκπομπή μόνο” και αμέσως καταλαβαίνω ότι είπα βλακεία. Γέλασε. Μου είπε και άλλα για σχέσεις, περιουσίες… Κλείσαμε το τηλέφωνο. Ένοιωσα τόσο ανήμπορη να την βοηθήσω. Τόσο ανήμπορη να της πω κάτι… Και τόσο, μα τόσο θυμωμένη.

Για το πρώτο μέρος  εδώ.

Πήρε την ανθοδέσμη στα χέρια της και χαμογέλασε. Διάβασε την κάρτα.

– Ο τρελός…

Κοιτάζει το ρολόι της. Η ώρα ήταν 12. Είχε μόλις 8 ώρες για να γίνει μια κούκλα.

“Έχω ραντεβού” έλεγε και ξανάλεγε… τραγούδησε όλα τα τραγούδια της εποχής της που έλεγαν για ραντεβού “Έχω απόψε ραντεβού, ραντεβού με σένα… κι απ’ το τρακ τα πόδια μου… γιατί έχω απόψε ραντεβού, το πρώτο ραντεβού..”

Το θυμόταν το πρώτο τους ραντεβού. Την είχε πάρει τηλέφωνο στη δουλειά.

– Έχω εισιτήρια για μια συναυλία απόψε, θέλεις να έρθεις μαζί μου;

Πήγε. Συναυλία δεν άκουσε όμως. Τώρα που το θυμήθηκα να τον ρωτήσω για ποια συναυλία ήταν τα εισιτήρια…

Κάθισαν να χαζέψουν την θέα. Πήραν και ένα ποτό, δεύτερο… Πέρασαν όμορφα. Από την αρχή της είχε κάνει εντύπωση. Ναι, της άρεσε.

Δε θα ξεχάσει ποτέ πόσο της έλειψε όταν είχε φύγει για μια ολόκληρη εβδομάδα, για κείνο το συνέδριο… Ατέλειωτη της φάνηκε. Κάθε μέρα μιλούσαν όμως στο τηλέφωνο. Δήθεν να της λέει τι έγινε στο συνέδριο μήπως τα ξεχάσει. Άκουγε… Αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα. Της άρεσε απλά να τον ακούει.

Στο τέλος της εβδομάδας δεν άντεξε. Πήρε το αεροπλάνο και πήγε. Θα του έκανε έκπληξη. Τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να ήταν με άλλη και να μου έκανε έκπληξη. Τι αφελής που ήμουν… Πέρασαν πολύ ωραία όμως. 12 ώρες ήταν συνέχεια μαζί!

– Πω πω πέρασε η ώρα και έχω ραντεβού…

Έβαλε τα αγαπημένα της ρούχα, έφτιαξε τα μαλλιά της, βάφτηκε και ξεκίνησε. Είχε τράκ. Το πρωί είχαν τσακωθεί λιγάκι. Τώρα που το σκέφτεται ο λόγος ήταν ασήμαντος…

Ήταν στο ραντεβού στην ώρα της. Την πήρε από το χεράκι, και περπάτησαν μαζί δίπλα στη θάλασσα.

– Ξέρεις, σκεφτόμουν σήμερα… για το πρωί.

– Ξέχνα το πρωί. Ζήσε το τώρα.

– Φοβάμαι μη σε συνηθίσω. Δε θέλω να σε συνηθίσω.

– Θυμήθηκα εκείνο το τραγούδι που πάντα σε νευρίαζε…

” Και δε θα γυρίσεις

μα θα θυμάμαι, καμιά φορά

πως μόνο μαζί σου

όλα μοιάζαν, σαν πρώτη φορά”

– Σςςςς! Εγώ όμως δε θα φύγω…

Κάθησε αναπαυτικά στην καρέκλα του γραφείου του. Είχε πολύ ώρα να καθήσει και το είχε ανάγκη. Έπιασε στα χέρια την φωτογραφία της γυναίκας του. Την θυμάται αυτή τη φωτογραφία πολύ καλά. Εκείνος την είχε τραβήξει πριν από δέκα περίπου χρόνια. Τον είχε κουράσει πάρα πολύ. Έκανε γκριμάτσες, η άτιμη… Δεν θα το ξεχάσει ποτέ εκείνο το ταξίδι.

Έπρεπε να λείψει για μια εβδομάδα. Επαγγελματικό ταξίδι. Ένα συνέδριο γινόταν στην πιο δύσκολη περίοδο. Δύσκολη, γιατί ακόμη τα πράγματα μεταξύ τους, δεν ήταν πολύ ξεκάθαρα…

– Θα λείψω μια εβδομάδα. Το συνέδριο τελειώνει το Σάββατο, αλλά δεν βρήκα αεροπλάνο και θα επιστρέψω Κυριακή βράδυ.

– Ζηλεύω. Κοίτα να περάσεις καλά. Να μορφωθείς αλλά πρόσεξε… μην παραμορφωθείς.

Γελάσανε. Ήθελε να της προτείνει να πάει μαζί του. Ήξερε όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο. Θα περνούσε την πιο δύσκολη εβδομάδα. Την έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο. Μιλούσαν με τις ώρες. Της έλεγε τα πάντα για το συνέδριο γιατί φοβόταν μη τα ξεχάσει… Τώρα που το σκέφτομαι, πιο γελοία δικαιολογία δε μπορούσα να σκεφτώ;

Την Κυριακή θα έκανε μόνος του βόλτες… Θα περίμενε να περάσουν οι ώρες για να μπει στο αεροπλάνο της επιστροφής. Της ζήτησε να πάει στο αεροδρόμιο και εκείνη αρνήθηκε. Είχε κανονίσει να πάει σινεμά. Τσαντίστηκε. Τα έβαλε με τον εαυτό του.

– Έδωσα παραπάνω αξία. Προτιμά να μη χάσει την έξοδό της.

Το Σάββατο δεν την πήρε τηλέφωνο. Ούτε και εκείνη. Βγήκε για ένα ποτό. 5 έγιναν τελικά. Ούτε που κατάλαβε πως έφτασε στο δωμάτιο. Το πρωί χτυπάει το τηλέφωνο.

– Φτου! Ξέχασα να πω να μη με ξυπνήσουν σήμερα νωρίς.

Το σηκώνει και το κλείνει αμέσως. Λίγο αργότερα χτυπάει η πόρτα. Σηκώνεται και ανοίγει…

– Καλημέρα! Μου έλειψες…

Δεν πίστευε στα μάτια του. Κοίταξε το ρολόι του. Την αγκάλιασε.

– Ετοιμάσου! Έχουμε μόνο 12 ώρες μπροστά μας και πρέπει να δούμε τα πάντα.

Κάπου εκεί στο πλακόστρωτο ήταν ο ζωγράφος. Κάθησε να την ζωγραφήσει. Μάταια προσπαθούσε ο κακομοίρης να την πείσει να μην κουνιέται. Μόλις τελείωσε το πορτραίτο, προσπάθησε να την φωτογραφίσει. Εκεί δίπλα στην γέφυρα.

Θυμήθηκε το πρωινό τους καυγαδάκι. Τώρα του φαινόταν μια ανόητη σκέψη…

Έπιασε το τηλέφωνο στα χέρια του.

– Ανθοπωλείο “…..” εκεί; Το καρτάκι θα σας το φέρω εγώ σε λίγο.

“Το βράδυ, στις 8 να είσαι στην πλατεία… Έχεις ραντεβού!”

(συνεχίζεται)

Για όσους είχαν την απορία… Συμπεράσματα από μία “έξω” συζήτηση.

– Έχεις υπερβολικές απαιτήσεις. Δεν πρόκειται να βρεις άντρα έτσι…

– Όταν λέμε έτσι; Eννοούμε μην κάνοντας υποχωρήσεις σε θέματα που θεωρώ πολύ σημαντικά;

– Mα, είναι κακό να θέλει να ξέρει που είσαι και με ποιόν είσαι;

– Όχι. Aλλά κακό είναι να απαιτεί να είναι μαζί μου, ενώ ξέρουμε και οι δύο ή ότι δεν γίνεται ή ότι δεν του αρέσει ή ότι η συζήτηση είναι επαγγελματική και δεν “κολλάει”. Kακό είναι γιατί έτσι μου στερεί την ελευθερία μου (χμ… νομίζω δε σημαίνει κάτι τέτοιο η σχέση), δε με εμπιστεύεται και στην τελική δε με αγαπάει.

– Eίσαι υπερβολική.

– Zητάω τρία πράγματα. Aγάπη, σεβασμό και εμπιστοσύνη. Δεν νομίζω ότι είναι υπερβολικά.

– Eσύ, δηλαδή, (σε μία σχέση) δεν θέλεις να ξέρεις που είναι τώρα;

– Θέλω. Aλλά μέχρι εκεί. Mπορεί να είναι με την K. Eφόσον τον εμπιστεύομαι, τελείωσε. Aν μου την κάνει, OK, έκανα λάθος. Aλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα σταματήσω να εμπιστεύομαι τους ανθρώπους.

H συζήτηση έγινε περίπου πριν 1,5 χρόνο (χμ… ίσως και 2). Oι “απαιτήσεις” δεν άλλαξαν. Διευρύνθηκαν. Tα ίδια θέλω και από τους φίλους μου. Mεγάλωσα πια. Δεν αντέχω την καταπίεση, την ανάκριση, τα μούτρα.

Mπορεί έτσι τελικά να μην βρω άντρα, αλλά τουλάχιστον θα ξέρω τι ανθρώπους έχω γύρω μου.

Συνήθως τα όνειρα που βλέπω είναι ένα εντελώς μπερδεμένο πράγμα που αγγίζει τα όνειρα επιστημονικής φαντασίας και φυσικά τις περισσότερες φορές ρίχνω απίστευτο γέλιο μετά.

Το τελευταίο αυτής της κατηγορίας ήταν τα έπιπλα του γραφείου του Πέτρου όπου είχε ότι και όποιον μπορείς να φανταστείς μέσα. Το καλύτερο δε ήταν ότι συνεχίστηκε και μόλις ξύπνησα και ευτυχώς πήγα στη δουλειά.  (δε γράφω λεπτομέρειες γιατί μου είπαν ότι όταν τα περιγράφω live είμαι πιο παραστατική, χαχαχαχα)

Τα όνειρα, μετά τα οποία ξυπνάω έντρομη είναι λίγα. Δε θα ξεχάσω όμως όταν είδα ότι είχε σκοτωθεί ένας φίλος μου, πηγαίνοντας οδικώς ταξίδι. Με πήρε τηλέφωνο (και με ξύπνησε το ζώον) για να μου πει ότι φεύγουν ταξίδι με τον πατέρα του. Είδα και έπαθα να κρατηθώ να μην πω τίποτα… Ευτυχώς επέστρεψαν σώοι.

Τα μεσημεριανά όνειρα είναι όμως αυτά που πάντα κάτι μου λένε. Ίσως επειδή είμαι πιο χαλαρή, μια και ο μεσημεριανός ύπνος δεν είναι υποχρέωση αλλά απόλαυση. Και ναι, δεν κάνω πλάκα. Όσες φορές  έχω δει όνειρο, το μεσημέρι (είναι σπάνιο, το ομολογώ) πάντα θα έχει μια πρόταση – λύση – ιδέα μέσα του.

Το σημερινό ήταν μια άλλη ιστορία. Καταρχάς ήταν απίστευτα ζωντανό. Ένιωθα πράγματα. Πόνο, δίψα, χαρά, απορία…  Άνοιξα τα μάτια κάποια στιγμή να σιγουρευτώ ότι δεν είναι πραγματικότητα. Και το όνειρο συνεχίστηκε. Ίσως να είχα ανάγκη μέσα στον ύπνο μου να σιγουρευτώ ότι δεν είναι πραγματικότητα αλλά κάπως έτσι θα ήταν, αν ήταν πραγματικότητα. Δεν ξέρω, ήταν μπερδεμένο. Έπρεπε να χαίρομαι, όμως ήταν κάτι που δεν ήθελα να δώ. Όχι αυτή τη χρονική περίοδο τουλάχιστον.