Posts Tagged ‘σχέσεις’

– Θείεεεεεε, φέτος έμαθα να κολυμπάω χωρίς μπρατσάκια.

-Αχα, και τι σημαίνει αυτό;

– Θείε, δεν καταλαβαίνεις; Πλέον δε θα στέκομαι στην επιφάνεια. Θα μπαίνω στα βαθιά.

– Ουάου…


«Θείε», δεν ξέρω αν το κατάλαβες αλλά η μικρή μόλις σου έδωσε ένα μάθημα ζωής. Φρόντισε να της το θυμήσεις λίγο μετά την εφηβεία.

Η Α. ήταν καλόβολη και ίσως – αφελής. Ήταν παιδί. Κυριολεκτικά. Με μονοψήφιο αριθμό στην ηλικία της. Λίγο πιο ανεξάρτητη από τα υπόλοιπα παιδιά. Φαινομενικά τουλάχιστον. Πολύ αργότερα κατάλαβε ότι απλά είχε μεγαλύτερη αλυσίδα που την κρατούσε δεμένη και έτσι δεν το καταλάβαινε τότε.

Η Α. λοιπόν κυκλοφορούσε μόνη της στη γειτονιά χωρίς να φοβάται τίποτα και κανέναν. Της είχαν πει οι γονείς της να προσέχει στο δρόμο και να μην παίρνει καραμέλες από αγνώστους. Τα τηρούσε και τα δύο ευλαβικά. Δεν της είπαν όμως ποτέ γιατί. Καραμέλες από αγνώστους δεν έπαιρνε. Δεν χρειαζόταν. Σε όλες τις βόλτες της περνούσε από ένα συγκεκριμένο σημείο όπου ήταν το μαγαζί του Δ. Ο Δ. λοιπόν της έδινε πάντα καραμέλες. Κάτι ροζ με ζάχαρη γύρω γύρω. Πολύ της άρεσαν. Γιαυτό και πάντα έκανε κύκλο για να περάσει από το μαγαζί του.

Δεν ήταν κάτι μυστικό. Ο Δ. ήταν οικογενειακός φίλος. Ήταν καλός άνθρωπος. Όλοι το ήξεραν. Δεν ανήκε στην κατηγορία των αγνώστων. Της φώναζαν οι γονείς της να μην γίνεται ενοχλητική αλλά εκείνος έλεγε ότι δεν τον ενοχλεί και έτσι πήγαινε. Δεν έλεγε όλες τις φορές ότι έφαγε καραμέλα ή ότι πέρασε για να μην την μαλώσουν.

Το μαγαζί είχε μια πολύ συγκεκριμένη μυρωδιά (ταίριαζε με το είδος των υπηρεσιών που προσέφερε) και είχε κάποια εντυπωσιακά μηχανήματα. Πολλές φορές του ζητούσε να της δείξει πως δουλεύουν. Υπήρχε ένα σκαλάκι που έπρεπε να πατήσει για να φτάσει το μηχάνημα. Δεν έφτανε. Περίμενε… Κάθε φορά δοκίμαζε αν ψήλωσε και αν τώρα φτάνει. Κάθε βδομάδα.

Η Α. ήταν αρκετά ανεπτυγμένη οπότε σε μερικές εβδομάδες τα κατάφερε να φτάσει το μηχάνημα. Αυτό ήταν! Τώρα μπορούσε να μάθει να το χρησιμοποιεί. Την βοηθούσε λίγο στην αρχή αλλά μετά μπορούσε μόνη της.Η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Τώρα πια ο λόγος που πήγαινε τρέχοντας στο μαγαζί δεν ήταν οι καραμέλες αλλά το τεράστιο μηχάνημα. Της έδειχνε πως να το χρησιμοποιεί. Ερχόταν πολύ κοντά της. Ο ενθουσιασμός της ήταν τεράστιος. Δεν την ενοχλούσε κάτι. Δεν υποψιαζόταν κάτι. Ήταν ένα παιδί. Με μονοψήφιο αριθμό στην ηλικία της.

Κάποια στιγμή και ενώ της έδειχνε ένα μηχάνημα στο πίσω μέρος του μαγαζιού, της λέει, δε νομίζω να λες στους γονείς σου ότι σου δείχνω τα μηχανήματα και σε μαλώσουν. Δεν τους το έλεγε. Ήθελε κάποια στιγμή να τους κάνει έκπληξη. Όμως για έναν περίεργο λόγο ο τρόπος που της το είπε την ταρακούνησε λίγο.

Τα χρόνια περνούσαν. Πλέον ήταν ξεκάθαρο ότι ο Δ. την άγγιζε σε σημεία που δε θα έπρεπε. Το περίεργο ήταν ότι ένιωθε άνετα. Το είχε συνηθίσει; Φοβόταν; Ποτέ δεν μπόρεσε να το κάνει ξεκάθαρο μέσα της. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Πίστευε οτι δεν ήταν κατι περίεργο; Ένιωθε αποδεκτή. Γυναίκα. Πίστευε ότι μεγάλωσε. Μετά τον Δ. εμφανίστηκαν άλλα 2 άτομα από το φιλικό και οικογενειακό της περιβάλλον. Ήταν λίγο μεγαλύτεροι από εκείνη. Πιο κοντά στην ηλικία της. Ένιωθε καλά. Αποδεκτή.

Δεν το ήθελε πάντα. Αλλά είχαν τον τρόπο τους να την πείθουν ότι δεν φταίνε, τους προκαλεί. Η Α. ήταν πάντα αγαπητή σε όλους αλλά δεν είχε σχέσεις με παιδιά της ηλικίας της. Δεν ανήκε στα πρότυπα της εποχής. Το ότι προκαλούσε λοιπόν και γινόταν ποθητή από μεγαλύτερους την εξιτάρε. Ή έτσι την είχαν πείσει οτι συνέβαινε. Δεν το έμαθε ποτέ.

Κάποια στιγμή οι συνθήκες την απομάκρυναν από όλους αυτούς τους ανθρώπους. Το κακό όμως είχε ήδη γίνει. Όλες της οι σχέσεις ήταν αποτυχημένες. Πίστευε ότι όποιος την πλησίαζε ήθελε το ίδιο πράγμα. Δεν άξιζε κάτι άλλο. Αν κάποιος ήταν τρυφερός, το έκανε για συγκεκριμένο λόγο. Και όσες φορές δε συνέβαινε αυτό, προσπαθούσε να επισπεύσει τις διαδικασίες με καταστροφικά αποτελέσματα.

Δεν ήθελε να κάνει έρωτα γιατί πίστευε ότι θα κατέληγε σε οίκο ανοχής κάποια στιγμή και γιαυτό προσπαθούσε να το καθυστερήσει. Αναζητούσε την αγκαλιά και το χάδι αλλά όταν το έπαιρνε ήξερε οτι πρέπει να δώσει αντάλλαγμα. Και έτσι κατέστρεφε με τον τρόπο της όλες της τις σχέσεις.

Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Πάλευε μόνη της να ξεδιαλύνει όλο αυτό το θολό τοπίο που ήταν ανάμνηση απο την παιδική της ηλικία. Σε πολλά σημεία έχει κενό. Άμυνα; Ίσως.

Προσπάθησε να το τακτοποιήσει μέσα της. Να συγχωρέσει. Να το αφήσει πίσω της. Πάντα όμως εμφανιζόταν μαζί με τα πρώτα της σκιρτήματα. Ήξερε πως έπρεπε να το αντιμετωπίσει. Κατάματα. Να σταματήσει να κατηγορεί τον εαυτό της. Να προχωρήσει μπροστά.

Και τότε μου μίλησε. Η αρχή έγινε…

Πριν λίγες μέρες είχα μια συζήτηση σχετικά με τις αλλαγές που βιώνουμε και πως τις αντιμετωπίζουμε. Κάποιος είπε, πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τους φόβους και τις φοβίες μας. Η συζήτηση συνεχίστηκε και εγώ έφυγα.

Με προβλημάτιζε όμως όλο αυτό. Άρχισα να αναζητώ τους όποιους φόβους και φοβίες μου πρέπει να μάθω να ζω μαζί τους. Και κάπου εκεί, φτίαχνοντας την αναρίθμητη λίστα, συνειδητοποίησα ότι αυτά που έχασα τελικά φοβούμενη μηπως συμβεί το ένα ή το άλλο είναι πολύ περισσότερα από αυτά που θα «έχανα» αν συνέβαινε αυτό που φοβόμουν.

Από το πιο απλό πράγμα που μπορεί να είναι ένα λευκό παντελόνι ή πουκάμισο που δεν έβαλα από το φόβο μη λερωθεί ή από το ταξίδι που Δεν έκανα γιατί μπορεί να κουραστώ αλλά να πρέπει να επιστρέψω, μέχρι πράγματα και συναισθήματα που δεν εξέφρασα από φόβο μην παρεξηγηθούν ή επιθυμίες που δεν είπα ποτέ για να μη στενοχωρήσω κάποιον με τον φόβο ότι δεν μπορούσε να τις πραγματοποιήσει.

Και έμεινε το παντελόνι και το πουκάμισο στην ντουλάπα.

Και έκανα ταξίδια μακρινά μόνο στα όνειρα μου.

Και δεν είπα πολλές φορές συγγνώμη, σε ευχαριστώ, σε αγαπώ. Εκείνη τη στιγμή.

Και έμεινα με το παράπονο ότι δεν καταλαβαίνουν τις επιθυμίες μου.

Τι θα είχε συμβεί αν τα είχα κάνει όλα αυτά δεν ξέρω. Και το χειρότερο, δε θα μάθω ποτέ. Παρά μόνο όταν αρχίσω να τα κάνω. Όταν αρχίσω να ζω με τους φόβους και τις φοβίες μου. Όταν αρχίσω να με αγαπώ και να μη με στενοχωρώ από φόβο μήπως…

Υ.Γ. Όχι, δεν σκεφτόμουν ποτέ να βάλω άσπρο παντελόνι με λευκό πουκάμισο…

– Μην αφήσεις το χέρι μου

– Κράτα μου το χέρι να περάσουμε το δρόμο.

– Δώσε μου το χέρι να πάμε μαζί

– Μη φοβάσαι, σε κρατάω.

– Έλα, ηρέμησε. Εγώ είμαι εδώ.

– Δεν είναι τίποτα, θα σου κρατάω το χέρι στο γιατρό.

Όλοι είτε έχουμε πει, είτε έχουμε ακούσει αυτές τις φράσεις. Τρυφερότητα, αγάπη, εμπιστοσύνη, οικειότητα, σιγουριά και πάρα πολλά ακόμη κρύβει ένα χέρι ή καλύτερα δυο χέρια ενωμένα.

Όλα τα νεύρα καταλήγουν στα χέρια. Όλες οι αισθήσεις ενεργοποιούνται με ενα άγγιγμα. Μην το φοβάστε. Αγγίξτε, χάιδεψτε χωρίς να πείτε τίποτα. Το έχουμε ανάγκη. Όλοι. Αρχικά το κάνεις για τον άλλο, όμως μετά από λίγο είσαι και πομπός και δέκτης…

Η εντολή γράφει τα 10 πιο αγαπημένα μου πράγματα στον κόσμο.

Υπερβολή… στον κόσμο… θα προσθέσω το μου. Εχουμε λοιπόν 10 αγαπημένα πράγματα (που δεν ειναι πράγματα) στον κόσμο ΜΟΥ. Ξεκινάω… η σειρά ειναι τυχαία. Νομιζω τα αγαπώ όλα το ιδιο.

1. Μου αρέσει ο χορος. Οχι γενικά και αόριστα. Ο χορος σε ζευγάρι. Οτι είδος και αν ειναι αυτο. Αρκεί να «μιλάει» ο ένας στον άλλο μα την κίνηση.

2. Μου αρέσουν οι εκπλήξεις. Τόσο να τις δεχομαι όσο και να τις ετοιμάζω. Ίσως γιατι η έκπληξη εχει ενα κομμάτι μας μεσα, ενα νοιαξιμο, μια σκέψη.

3. Μου αρέσουν οι βόλτες στη φύση, στο δρόμο, με το αυτοκινητο (αρκεί να οδηγεί άλλος κατα προτίμηση), με τα πόδια. Απαραίτητη προϋπόθεση να υπάρχει Καλη παρεα.

4. Μου αρέσει το καλοκαίρι να πηγαίνω για μπάνιο ή απλά στη θάλασσα μετά τη δουλειά. Όσο κουραστικό και αν ειναι με χαλαρώνει απίστευτα.

5. Τις υπόλοιπες εποχές μου αρέσει να πηγαίνω για ποτό μετά τη δουλειά ή το μάθημα χορού (Γκουχ Γκουχ) για τον ίδιο λόγο. Με χαλαρώνει και με αναζωογονεί. Μου αρέσει επίσης και να παω για καφεδάκι πριν τη δουλειά.

6. Αγαπώ το καλό φαγητό. Ή καλύτερα, αγαπώ το φαγητό με Καλη παρεα. Νομιζω δε χρειάζεται να πω περισσότερα

7. Μου αρέσουν οι εκδρομές. Οργανωμένες ή οχι. Με πούλμαν, ΚΤΕΛ, τρένο, αυτοκινητο, πλοίο ή αεροπλάνο.

8. Μου αρέσουν τα απρογραμμάτιστα. Είτε αυτός ειναι καφές, ποτό ή απλά ενα «σε μισή ωρα να εισαι έτοιμη. Έρχομαι να σε παρω για να παμε βόλτα».

9. Λατρεύω τις αγκαλιες. Θεωρώ ότι είναι ένας κώδικας επικοινωνίας. Μου δίνουν μια σιγουριά και μια δύναμη ανεξήγητη. Μου λείπουν πολύ αυτή την εποχή…

10. Τέλος μου αρέσουν οι φωτογραφίες. Όχι γιατί είμαι ψώνιο αλλά γιατί κρύβουν αναμνήσεις. Και το πιο αγαπημένο μου και πιο σημαντικό πράγμα είναι οι αναμνήσεις και οι ωραίες στιγμές. Αποτελούν το στήριγμα για κάθε τι δύσκολο που έρχεται.

Σε παρακαλώ παρά πολυ, μην το Κανεις αυτο. Μη θεωρείς τον χρόνο μου λιγότερο σημαντικό απο το δικό σου. Δεν ειναι.

Μη με θεωρείς δεδομένη και τσαντίζεσαι όταν δε μπορω να σε ακολουθήσω. Εγω στενοχωριέμαι περισσότερο απο σένα. Μη με κανεις να αισθάνομαι άσχημα.

Μη με προκαλεις να σχεδιάζω πράγματα που ουσιαστικά δε θες να κανεις μαζί μου αλλα απλά έτυχε να ειμαι εύκαιρη εκείνη τη στιγμή. Μπορεις να μου ζητήσεις να τα σχεδιάσω για εσάς. Θα το κανω με μεγάλη μου ευχαρίστηση. Αρκεί να μου το ζητήσεις.

Μη μου φέρεσαι σα να ειμαι κάποιος σούπερ ήρωας. Δεν ειμαι. Πονάω, τσαντιζομαι, θυμώνω, κλαίω…

– Tην ηλίθια, την βλαμένη, την @#$%%#

– Hρέμησε παιδί μου και πες μου τι έπαθες, και κυρίως ποια στολίζεις έτσι…

– Mη με νευριάζεις και εσύ που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις.

– ΔEN καταλαβαίνω.

– H @#$%%# είναι η K.

– H κοπέλα σου;

– Πρώην…

– Kαι γιατί παρακαλώ;

– Θυμάσαι που δέχτηκα την επανασύνδεση γιατί δεν μπόρεσα να της πω οτι δεν…

– Θυμάμαι και θυμάμαι που σου λέγαμε όλοι ότι ειναι λάθος, αλλά εσύ εκεί να κάνεις του κεφαλιού σου.

– Mου τα λέγατε, τα ήξερα, αλλά δεν μου έβγαινε, ρε παιδί μου. Ξέρεις τώρα…

– Ξέρω. Tι έγινε λοιπόν;

– Γύρισε και μου είπε ότι, ήταν μαζί μου απλά γιατί δεν είχε κάτι άλλο. Tώρα που βρήκε κάποιο άλλο ενδιαφέρον και υπάρχει ανταπόκριση, θέλει να χωρίσουμε.

– Mια χαρά.

– Που την είδες την χαρά;

– Eσένα σε πειράζει που σου είπε εκείνη να χωρίσετε και θίχτηκε ο εγωισμός σου ή μήπως είχες αρχίσει να επενδύεις σε αυτή την – το ξέρεις καλά – αταίριαστη σχέση;

– Δεν ξέρω.

– Aν σε πειράζει το πρώτο, είναι λογικό (λέμε τώρα) γιατί είσαι άντρας. Σιγά το πράγμα μωρε. Aφού εσύ δεν μπορούσες να το πεις, το είπε εκείνη και σε έβγαλε από την δύσκολη θέση, μη σκας. Xάρη σου έκανε. Aν όμως έχεις αρχίσει να επενδύεις πάλι σε αυτή τη σχέση, τι να πω. Yπάρχει πρόβλημα…

Δεν περιμένω την απάντηση, να το ξέρεις.

Eίμαι σχεδόν σίγουρη ότι η ατάκα είναι από κάπου κλεμένη, ότι δεν την σκέφτηκες εσύ, όμως αφού προσπαθείς να την υπερασπιστείς με τόσο πάθος, και θα σου πω συγχαρητήρια και θα σου σφίξω το χέρι και θα σε παραδεχτώ.

“Θέλεις να είσαι η μία ή άλλη μία;”

– Tι λες τώρα; Eίπες εσύ τέτοιο πράγμα; Mπράβο βρε παιδί μου και δε σε είχα για τόσο συγκροτημένο (και αρχειοθετημένο αν προτιμάς, χαχαχα). Eίσαι πολύ ώριμος για την ηλικία σου, εύγε! (Δεν μπορείτε να πείτε, το έχω…) Φαντάζομαι, θα πετάει στα ουράνια η άλλη ε;

– H άλλη δεν είμαι σίγουρος αν το καταλαβε.

– (ενώ εσύ, το είχες δουλέψει πολύ ε;) Tι εννοείς;

– Mου είπε ότι υπάρχει και η επιλογή του να είμαι η καμία.

– Oρίστε; Όντως δεν το κατάλαβε. Eκτός αν ήθελε να σου πει ευγενικά … “άντε γεια!”

Άρχισε ένας παραλογισμός που κανείς δεν καταλάβαινε τι έλεγε και τι άκουγε. Όμως ο προβληματισμός ήρθε.

– Tα παλιά τα χρόνια, σκοπός μιας γυναίκας ήταν να γίνει η μία. Ή τέλος πάντων αν είχε επιλογή  δε θα επέλεγε να γίνει άλλη μία. Tι άλλαξε; Tα πάντα στο βωμό της εμπειρίας;

Ίσως είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που έχει το δικαίωμα να θίξει ένα τέτοιο θέμα αλλά έχω στενοχωρηθεί και νευριάσει τόσο πολύ, που θα το τολμήσω.

Γνώρισα την Κ. όταν έμπαινε στην εφηβεία (εγώ ήμουν αρκετά μεγαλύτερη). Από τις πρώτες επαφές μου με το παιδί (γιατί ήταν παιδί, και συμπεριφορόταν ανάλογα) κατάλαβα ότι υπήρχε πρόβλημα στην οικογένεια. Είχε την τάση να προσκολάται πάνω σε όποιον της μιλούσε, ζητούσε συνεχώς επιβεβαίωση ότι την αγαπούν και στενοχωριόταν πολύ εύκολα.

Πολύ σύντομα γνώρισα και την μητέρα της. “Μπήκα” μέσα στην οικογένεια. Η εικόνα δεν διέφερε και πολύ από αυτή που είχα φανταστεί. Σκληρά εργαζόμενη γυναίκα, η οποία είχε δώσει τα πάντα για τα παιδιά της, τους έδειχνε την αγάπη της με έναν ιδιαίτερο τρόπο (συμπεριφερόμενη στα παιδιά, σα να ήταν μωρά), δε δίσταζε να σου “ανοίξει” την καρδιά της, να σου μιλήσει για τον άφαντο πατέρα, για το πόσο πολύ αγαπάει τα παιδιά της (το έλεγε τόσο συχνά, που την πρώτη φορά νόμιζα ότι ήθελε να το μάθει παπαγαλία), για το ότι δεν την ακούνε, για το πόσο πολύ αγαπάει τα παιδιά της (το ξαναείπαμε ε;). Εμένα όλο αυτό το περιβάλλον “αγάπης” μου έκανε κάτι.

Δεν είχα λόγο όμως να αμφισβητώ τα λεγόμενά της.

Μεγαλώνοντας η Κ. πολλές φορές είχε γίνει κουραστική. Της μίλησα. Σκληρά. Θεώρησα ότι έπρεπε να το κάνω. Ήμουν ένα άτομο που εμπιστευόταν, δεν υπήρχε λόγος να της λέω αυτά που ήθελε να ακούσει. Το ήξερε ότι την αγαπούσα. Κατά διαστήματα απομακρυνόταν. Επέστρεφε πάντα να μου πει τα νέα της.

Μου τηλεφώνησε να μου πει ότι πάει στο νησί να γνωρίσει τα … πεθερικά της. Συζητήσαμε. Προσπάθησα να την αποτρέψω, να γλυτώσω την φουρτούνα που έβλεπα ότι ερχόταν. Δε με άκουσε. Η μητέρα της εξάλλου ήταν σύμφωνη με το ταξίδι (γιατί να είναι παράλογο άλλωστε, 1 μήνα γνωρίζονταν τα παιδιά) οπότε εμένα δε μου έπεφτε λόγος. Δύο μέρες αργότερα, τηλεφώνησε κλαίγοντας. Έφευγε άρον άρον από το νησί. Τόλμησα να την ρωτήσω αν έχει μιλήσει με την μητέρα της.

– Μίλησα, πιστεύει ότι εγώ φταίω.

Ξαναχάθηκε… Μόνο τηλεφωνούσε που και που για να δει τι κάνω (νοιώθω πολύ γριά όταν με ρωτάει “εσύ είσαι καλά; όλα εντάξει;”) και να μου πει τα νέα της. Την μητέρα της την έβλεπα που και που και ποτέ δεν ξεχνούσε να μου πει πόσο αγαπάει τα παιδιά της και τι θυσίες έχει κάνει για αυτά.

Σήμερα όμως το τηλεφώνημα ήταν διαφορετικό. Όλο αγωνία ζήτησε να μιλήσουμε. Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει. Πρόσφατα είχε λογοδοθεί. Είχα “υποψιαστεί” τα προβλήματα. Ήταν αλλοδαπός. Δεν ήθελα να ακούσω ότι χώρισε…

– Αρραβωνιάστηκα μου είπε όλο χαρά.

– Αχ, μπράβο. Πολύ χαίρομαι. (χαιρόμουν πολύ περισσότερο από όσο την άφησα να καταλάβει)

Μιλήσαμε λίγο περί ανέμων και υδάτων. Ήξερα ότι ήθελε κάτι άλλο να πει…

– Ξέρεις, με τη μαμά δε μιλάμε πια.

Η βόμβα έπεσε. Ενώ είχε πολύ καλές σχέσεις με τον γαμπρό της, κάποια στιγμή κάτι στράβωσε και ήρθε η ρίξη. Το πρόβλημα ήταν η εθνικότητα, τελικά. Τους έκανε πόλεμο. Ο μπαμπάς της (που – σύμφωνα με την μητέρα της – τους είχε παρατήσει, είχε αναλάβει την μικρή της αδελφή (μαθήτρια Λυκείου). Ορίστε; Μα πως;

Δε σου είπα, την έδιωξε η μαμά από το σπίτι. Άργησε 2 φορές, μισή ώρα… Το τηλέφωνο με το ζόρι το κρατάω. Με ρωτάει αν έχω ακούσει ξανά τέτοιες ιστορίες. Τολμώ να της πω “σε μεσημεριανή εκπομπή μόνο” και αμέσως καταλαβαίνω ότι είπα βλακεία. Γέλασε. Μου είπε και άλλα για σχέσεις, περιουσίες… Κλείσαμε το τηλέφωνο. Ένοιωσα τόσο ανήμπορη να την βοηθήσω. Τόσο ανήμπορη να της πω κάτι… Και τόσο, μα τόσο θυμωμένη.

Για το πρώτο μέρος  εδώ.

Πήρε την ανθοδέσμη στα χέρια της και χαμογέλασε. Διάβασε την κάρτα.

– Ο τρελός…

Κοιτάζει το ρολόι της. Η ώρα ήταν 12. Είχε μόλις 8 ώρες για να γίνει μια κούκλα.

“Έχω ραντεβού” έλεγε και ξανάλεγε… τραγούδησε όλα τα τραγούδια της εποχής της που έλεγαν για ραντεβού “Έχω απόψε ραντεβού, ραντεβού με σένα… κι απ’ το τρακ τα πόδια μου… γιατί έχω απόψε ραντεβού, το πρώτο ραντεβού..”

Το θυμόταν το πρώτο τους ραντεβού. Την είχε πάρει τηλέφωνο στη δουλειά.

– Έχω εισιτήρια για μια συναυλία απόψε, θέλεις να έρθεις μαζί μου;

Πήγε. Συναυλία δεν άκουσε όμως. Τώρα που το θυμήθηκα να τον ρωτήσω για ποια συναυλία ήταν τα εισιτήρια…

Κάθισαν να χαζέψουν την θέα. Πήραν και ένα ποτό, δεύτερο… Πέρασαν όμορφα. Από την αρχή της είχε κάνει εντύπωση. Ναι, της άρεσε.

Δε θα ξεχάσει ποτέ πόσο της έλειψε όταν είχε φύγει για μια ολόκληρη εβδομάδα, για κείνο το συνέδριο… Ατέλειωτη της φάνηκε. Κάθε μέρα μιλούσαν όμως στο τηλέφωνο. Δήθεν να της λέει τι έγινε στο συνέδριο μήπως τα ξεχάσει. Άκουγε… Αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα. Της άρεσε απλά να τον ακούει.

Στο τέλος της εβδομάδας δεν άντεξε. Πήρε το αεροπλάνο και πήγε. Θα του έκανε έκπληξη. Τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να ήταν με άλλη και να μου έκανε έκπληξη. Τι αφελής που ήμουν… Πέρασαν πολύ ωραία όμως. 12 ώρες ήταν συνέχεια μαζί!

– Πω πω πέρασε η ώρα και έχω ραντεβού…

Έβαλε τα αγαπημένα της ρούχα, έφτιαξε τα μαλλιά της, βάφτηκε και ξεκίνησε. Είχε τράκ. Το πρωί είχαν τσακωθεί λιγάκι. Τώρα που το σκέφτεται ο λόγος ήταν ασήμαντος…

Ήταν στο ραντεβού στην ώρα της. Την πήρε από το χεράκι, και περπάτησαν μαζί δίπλα στη θάλασσα.

– Ξέρεις, σκεφτόμουν σήμερα… για το πρωί.

– Ξέχνα το πρωί. Ζήσε το τώρα.

– Φοβάμαι μη σε συνηθίσω. Δε θέλω να σε συνηθίσω.

– Θυμήθηκα εκείνο το τραγούδι που πάντα σε νευρίαζε…

” Και δε θα γυρίσεις

μα θα θυμάμαι, καμιά φορά

πως μόνο μαζί σου

όλα μοιάζαν, σαν πρώτη φορά”

– Σςςςς! Εγώ όμως δε θα φύγω…