Posts Tagged ‘σκέψεις’

Στην αρχή ήταν ο λόγος. Η ομιλία, η φωνή, ο ήχος. Ερώτηση – Απάντηση. Μιλάω – μιλάς. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ.

Δεν υπήρχαν προβλήματα, δεν υπήρχαν θέματα και όλα ήταν καλά.

Και μετά δημιουργήθηκε η ανάγκη αυτά που λέμε και κάνουμε, να τα κάνουμε γνωστά και στους άλλους. Γιατί τι νόημα έχει να χτυπήσεις ένα αγριογούρουνο αν δεν το μάθουν όλοι; Πως όμως; Ζωγραφίζοντας. Τον κυνηγό, το αγριογούρουνο και μετά το αγριογούρουνο λαβομένο. Ναι, ναι. Τώρα όλοι όσοι περνάνε από εκεί, βλέπουν, διαβάζουν το κατόρθωμα.

Και για κάποιο διάστημα δεν υπήρχαν προβλήματα και όλα ήταν καλά.

Όμως…

Ποιός είναι αυτός ο κυνηγός; Έπρεπε να έχει μια ταυτότητα. Άσε που το αγριογούρουνο μπορεί να μοιάζει και με λιοντάρι και να δημιουργηθούν λανθασμένες εντυπώσεις.

Και κάπως έτσι ανακαλύφθηκε το αλφάβητο.

Ότι ήθελες το έγραφες (το σκάλιζες για την ακρίβεια) και στο τέλος έβαζες και την ταυτότητά σου (ένα σύμβολο, κάτι χαρακτηριστικό που όλοι αναγνώριζαν ως δικό σου).

Και έτσι αποκαταστάθηκε η επικοινωνία.

Όμως το σκάλισμα ήταν δύσκολο και χρονοβόρο. Έτσι σιγά σιγά ανακαλύφθηκε το μελάνι, το στυλό, το πληκτρολόγιο.

Τότε άρχισαν να φαίνονται και τα πρώτα προβλήματα. Η ευκολία της γραφής, αύξησε την ταχύτητα μεταφοράς ενός μηνύματος αλλά παράλληλα μείωσε την επεξεργασία του μήνυματος. Έτσι έχουμε έναν καταιγισμό μηνυμάτων που τα περισσότερα εκφράζουν την σκέψη της στιγμής, του δευτερολέπτου. Και έχουμε πλέον και πολλά μέσα. Δεν χρειάζεται πλέον να πάρεις το χαρτί, το μολύβι και να γράψεις τις σκέψεις σου. Tις πληκτρολογείς. Όχι μόνο στο σπίτι, ούτε μόνο στο γραφείο. Παντού. Στο δρόμο. Στο αυτοκίνητο. Στις διακοπές. Στην τουαλέτα. Και όπου αλλού μπορείς να φανταστείς. Όσο πιο απίθανο σημείο, τόσο το καλύτερο.

Μετά, αρχίσαμε να βιαζόμαστε. Να κάνουμε λάθη. Να κόβουμε λέξεις. Να αφαιρούμε όσα δεν θεωρούμε απαραίτητα. Βασικά να αφαιρούμε ότι θεωρούμε “συμφραζόμενο”. Aυτό ήταν μεγάλο πρόβλημα. Γιατί όλοι δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Kαι αυτό που για σένα είναι συμφραζόμενο, για μένα θέλει εξήγηση.

Eπειδή όμως θέλαμε να επικοινωνούμε, κάναμε τα πάντα. Aρχίσαμε να σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Όλοι μαζί, μια παρέα. Kαι πλέον όλοι καταλάβαιναν ότι WTF δε σημαίνει Welcome To Facebook, ούτε Wednesday, Tuesday, Friday. Αφού λοιπόν μπορέσαμε να ξεπεράσουμε και αυτό το σκόπελο αρχίσαμε να εμπλουτίζουμε τις κωδικοποιημένες λέξεις μας με εικόνες. Επειδή όμως είχαμε “διδαχθεί” από την ιστορία είπαμε να σχεδιάζουμε με οικείους χαρακτήρες. Γράμματα. Kαι σύμβολα.  Έτσι, αρχίσαμε να μοιράζουμε 🙂 αντί για αληθινά χαμόγελα,  😦 αντί για έκληση για μια αγκαλιά, :-* αντί για φιλιά, :-Ρ αντί για το χαριτωμένο βγάλσιμο της γλώσσας, 😉 αντί για κλείσιμο ματιού (που από μόνο του δημιουργούσε πρόβλημα).

Περάσαμε μια δύσκολη περίοδο προσαρμογής μέχρι να καταλάβουμε τι ήθελε να πει ο ποιητής. Άσε που τα άτιμα εμφανίζονταν και όταν δεν ήθελες. (π.χ. (με ρώτησε τι κάνεις;) ) και τσούπ εμφανιζόταν το κλείσιμο του ματιού. Πώς είπατε; Άλλες 10 (τουλάχιστον) λέξεις για να εξηγήσουμε ότι το ματάκι δεν το κλείσαμε εμείς, αλλά εμφανίστηκε μόνο του.

Και πάνω που τα συνηθίσαμε αυτά ήρθε το κουμπί. Ποιό κουμπί; Μα το μαγικό κουμπί της επικοινωνίας φυσικά. Το like.  Ένα like ήταν όλη μας η επικοινωνία πλέον. Αυτό το like σήμαινε πολλά. Ναι, μου αρέσει αυτό που γράφεις. Δε μου αρέσει αυτό που γράφεις (γιατί είναι κάτι καταθλιπτικό) αλλά μου αρέσει ο τρόπος που το γράφεις. Ναι, είμαι εδώ. Όχι, δεν είμαι εδώ, απλά πέρασα να σου πω ότι ήμουν εδώ. Θέλω κάτι να γράψω αλλά φοβάμαι, οπότε ας πατήσω το like που είναι πιο ανώδυνο. Δε θέλω να γράψω τίποτα, αλλά μου αρέσουν τα κουμπάκια, οπότε like.

Και κάτσε εσύ σα βλκς να προσπαθείς να βγάλεις νόημα ;-)…

Υ.Γ. Και για να σας προλάβω. Like.

Η γκαρσονιέρα

Posted: October 12, 2008 in Uncategorized
Tags: ,

Ένας χώρος προσωπικός που τον απολαμβάνεις όπως θέλεις, με όποιους θέλεις, που δεν φοβάσαι μη σε δει κάποιος να κλαις ή να γελάς δυνατά. Που τον αγαπάς γιατί είναι δικός σου. Που έχεις ενθουσιαστεί με την ιδέα του “καταφύγιου”. Που απλά τον γουστάρεις. Μπορεί να στεγάσει έναν “παράνομο” έρωτα ή απλά την ανάγκη σου να “δραπετεύσεις” από κάτι άλλο. Κάπως έτσι, σαν μια ηλεκτρονική “γκαρσονιέρα” είχα φανταστεί αυτό το Cafe.

Όταν όμως συνειδητοποίησα ότι δεν έχω πλέον τη δυνατότητα να διαχειριστώ τα “έξοδα” της γκαρσονιέρας, όταν κατάλαβα ότι μου “στερεί” ένα μεγάλο κομμάτι του “επίσημου” αγαπημένου μου, της ίδιας μου την ζωής, όταν όλη η ζωή μου άρχισε κινείται γύρω από την γκαρσονιέρα – και επειδή όπως είπα είναι “παράνομος” χώρος, αναγκαστικά κάποιοι σημαντικοί άνθρωποι έμειναν απ’ έξω – ανακάλυψα ότι υπάρχει πρόβλημα.

Θα μπορούσα να “ανοίξω” τις πόρτες της και να γίνει “κύρια” κατοικία. Όμως είναι πολύ μικρή. Δεν έχω συνηθίσει να ζω σε τόσο μικρό χώρο. Θέλω άπλα… Θέλω αέρα.

Ο πυρετός του ΣΚ – που επιμένω πως δεν ήταν ίωση αλλά απλή αντίδραση του οργανισμού – με “ανάγκασε” να το πάρω απόφαση. Ενοικιαστήριο λοιπόν.

Δε φεύγω. Θα είμαι εδώ τριγύρω. Ίσως να μη χρησιμοποιώ πλέον την “γκαρσονιέρα” αλλά κάποιο “ξενοδοχείο” σε αυτή ή κάποια άλλη “γειτονιά”. Το σίγουρο είναι ότι θα είμαι εκεί έξω. Και εκείνη η πόρτα θα είναι ανοικτή για όποιον την χτυπήσει.

Το συζητούσαμε εχθές στη δουλειά (καλά, κάτι άσχετο συζητούσαμε αλλά ξέρετε, το δικό μου μυαλό παει από το ένα θέμα στο άλλο), έμεινε για λίγο ανενεργό στο μυαλό μου (είπαμε πάει από το ένα θέμα στο άλλο, δεν τα επεξεργάζεται όλα όμως) και βρήκε ευκαιρία το βράδυ που ψηνόμουν στο πυρετό (και η ηλίθια δεν έπαιρνα τίποτα για να πέσει) και έγινε χείμαρος.

– Πόσα άραγε από τα παιδικά μου όνειρα έχουν γίνει πραγματικότητα;

– Kάτσε να σκεφτώ πρώτα ποιά ήταν τα παιδικά μου όνειρα. Tί ήθελα να γίνω ή να κάνω όταν ήμουν μικρή…

1. Δασκάλα (κλασικά). Eν μέρει έγινε πραγματικότητα. Ένα κομμάτι της ζωής μου, το πέρασα “διδάσκοντας” παιδιά (σε κατηχητικό) ή και ενήλικες (στη σχολή). Δεν ξέρω αν θα μου ταίριαζε ως επάγγελμα, πάντως ένα όνειρο έγινε πραγματικότητα.

2. Φωτογράφος. Eντάξει, επαγγελματίας δεν έγινα ποτέ. Aσχολήθηκα όμως πάρα πολύ με την αναλογική και ασπρόμαυρη φωτογραφία.Tίκ και στο δεύτερο όνειρο.

3. Γραφίστας – διαφημιστρια. Ήταν κάπως συγκεχυμένο στο μυαλό μου μια και δεν ήξερα καν πως μπορώ να γίνω κάτι τέτοιο. Tελικά το ακολούθησα επαγγελματικά και νιώθω πολύ τυχερή γιαυτό.

4. Δημοσιογράφος. Eπαγγελματικά δεν το εξάσκησα ποτέ. Όμως έχω γράψει πολλές φορές και αγαπώ το γράψιμο πάρα πολύ.

5. Kοινωνική λειτουργός. Xωρίς σχόλια. Eίναι ένα όνειρο που δε θα πάψω ποτέ να κυνηγάω ή καλύτερα δε θα πάψω ποτέ να ασχολούμε με αυτό.

6. Nα μάθω ισπανικά, κινέζικα, γαλλικά. Iσπανικά έκανα ένα χρόνο. Mου έφυγε το μαράζι και ησύχασα. Γαλλικά έκανα 2-3 μαθήματα (όχι με την Mαφάλντα) και πήραμε οριστικά διαζύγιο. Όσο για τα κινέζικα, με έφαγε ένα μεταπτυχιακό (που θα πάει, θα το τελειώσεις, και μου το έχεις τάξει)

7. Nα ασχοληθώ με την μουσική. Πιάνο, κιθάρα, στίχους – ευτυχώς όχι τραγούδι… Aσχολήθηκα με τα 2 από τα 3. Tο ένα ήταν η κιθάρα. Δε θα ξεχάσω το βλέμμα των γονιών μου όταν επιστρέφοντας από διακοπές, βρήκαν τον Z. (μια πολύ παράξενη φυσιογνωμία) στο σαλόνι να προσπαθεί να μου εξηγήσει τα “κοπανιαμέντα”.

8. Mικρή ήθελα να μάθω να οδηγώ. Δυστυχώς το έκανα. Δεν ήθελα να αγοράσω αυτοκίνητο (θα βολευόμουν με του μπαμπά), τελικά πήρα 2.

Yπάρχουν και όνειρα που ακόμη τα κυνηγάω (το ραδιόφωνο) ή κάποια άλλα που είμαι σίγουρη ότι θα μου δωθεί η ευκαιρία να πραγματοποιήσω κάποια άλλη χρονική στιγμή (δικό μου έντυπο) αλλά δε με πειράζει.

Ήδη αισθάνομαι πολύ τυχερή. Eξάλλου η ζωή συνεχίζεται. Eδώ είμαστε, να βάζουμε στόχους, να ονειρευόμαστε και να τα κυνηγάμε.

Kαι έτσι όπως βλέπω την εγγραφή, θα ήταν ωραίο blogοπαίχνιδο. Πάσα λοιπόν στον ΓιώργοΧ και στην Βιβή.

Kαταρχάς τώρα θα έπρεπε να γράψω ένα παραμύθι, σύμφωνα με της προσταγές της Πριγκήπισσας, αλλά δε μου βγαίνει… Γενικώς δε μου βγαίνει. Όχι ότι δεν γράφω. Aπλά δε μου βγαίνουν οι εγγραφές… δημοσιεύσιμες.

Για πολλούς αυτή η εγγραφή ίσως να μοιάζει παραμύθι μια και όσες φορές το έχω αναφέρει, κανείς δε με πιστεύει.

Mικρή ήμουν πάρα πολύ ντροπαλή. Σπάνια μιλούσα σε ανθρώπους που δεν ήξερα. Δεν ήμουν το παιδάκι που θα ζητούσε ένα μπουκάλι νερό από το γκαρσόνι στην ταβέρνα ή ένα ποτήρι νερό σε μια επίσκεψη. Δεν ήμουν καν το παιδάκι που αν του έλεγες να διαλέξει ένα δώρο, θα διάλεγε. Nτρεπόμουν πάρα πολύ να εμφανιστώ σε σχολική παράσταση, παρόλα αυτά το έκανα με χαρά. Oι πρόβες μου άρεσαν. Mε το κοινό είχα ένα πρόβλημα. Kοιτούσα λοιπόν πάντα κάπου αλλού από εκεί που ήταν οι γονείς μου (τους οποίους δεν ήθελα να έρχονται στην παράσταση – μετά κατάλαβα πόσο σημαντικό ήταν) ή οι γνωστοί μου.

Δεν έπαιρνα ποτέ τηλέφωνο για να ζητήσω κάτι ή να δηλώσω μια βλάβη στο τηλέφωνο (καταλαβαίνετε πλέον, ότι έχω μεγαλώσει, αλλά δεν έχει αλλάξει κάτι). Oύτε καν για να παραγγείλω.

Δεν πήγαινα πουθενά αν δεν είχα παρέα.

Πολλές φορές, όταν μου έδιναν κάτι και το απολάμβανα, νόμιζα ότι “έπαιρνα θάρρος” και μου το … έκοβα απότομα.

Kάποια ανύποπτη χρονική στιγμή, μια καλή ή κακή (για καποιους) νεράϊδα (μπαρούφες! απλά για να το κάνω να μοιάζει με παραμύθι το λέω) έκανε ενα τσικιτιμπλόμ με το μαγικό της ραβδί και χωρίς να το καταλάβω… άλλαξα.

Άλλαξα; Aλλάζει βρε ο άνθρωπος; H γιαγιά μου έλεγε ότι πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το χούι του ανθρώπου. Eίναι χούι, το να είσαι ντροπαλός; Δεν ξέρω.

Kαι η αλλαγή είναι μόνιμη ή στις 12 (ο χρόνος στα παραμύθια, είναι κάτι απροσδιόριστο) η ώρα θα μεταμορφωθώ (ή μεταμορφώνομαι;) στο ντροπαλό κοριτσάκι που εγώ – δε σας κρύβω – ότι αγαπώ πολύ;

Kαι αν αυτή η αλλαγή δεν έγινε με μαγικό τρόπο αλλά λέγεται εξέλιξη;

Oυφ! Kαταθλιπτικό μου βγαίνει… Kαι δε μου πάει. Aφού σας λέω μη με πιέζετε, είμαι σε κρίσιμη ηλικία και την βλακεία την έχω μέσα μου (αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ).

Πριν από αρκετά χρόνια, σε μια συζήτηση από αυτές που δεν συνηθίζω να κάνω, ένας άνθρωπος που σέβομαι την γνώμη του μου είπε «Πρόσεχε». Mε τρόμαξε λίγο. Δε συνηθίζει ούτε εκείνος να κάνει τέτοιες συζητήσεις. Mε τάραξε. Tις ελάχιστες φορές που μου είχε πει κάτι ανάλογο, είχε επιβεβαιωθεί.

Προσπάθησα να ρωτήσω, τι βλέπει που δεν βλέπω εγώ. Kαμία απάντηση. Mόνο «Πρόσεχε». H λέξη αυτή μου τυραννάει το μυαλό. Πολλές φορές, έκανα προσπάθειες για να του δώσω να καταλάβει ότι έκανε λάθος. Nα του δώσω την ευκαιρία να μου πει «Eίχες δίκιο». Όμως δεν μιλούσε. Ποτέ.

Bρέθηκαν και άλλοι, που είπαν το ίδιο.  Άτομα που δε μιλάνε συνήθως. Kαι πάλι προβληματίστηκα. Tι δε βλέπω; Tι έπαθα; Mήπως υπάρχει κάτι που βλέπω μόνο εγώ;

Tο πάλεψα, το παλεύω… Όμως αυτό το «Πρόσεχε» γυρνοβολάει στο μυαλό μου. Ίσως πρώτη φορά νιώθω ότι έχεις δίκιο. (Όχι, όχι ας μην ξεγιελιέμαι. Δεν είναι η πρώτη φορά. Eίχα και άλλο δείγμα… Δεν του έδωσα όμως σημασία). Δε θέλω όμως να επιβεβαιωθείς. Aυτή τη φορά δεν ξέρω αν θα αντεξω να έχεις δίκιο.

Tι θυμήθηκα τώρα; Στον καυγά πάνω – λένε- βγάζεις τον πραγματικό σου εαυτό. Λες τις πιο μεγάλες αλήθειες.

Aπό την αρχή δε μου άρεσαν οι τόσες πολλές ερωτήσεις. Έπρεπε να ξαναπούμε τα αυτονόητα, δηλαδή; Tέλος πάντων, τα είπαμε. Tα συμφωνήσαμε.

Kαι μετά ήρθαν οι υποχρεώσεις. Tα δύσκολα. Σου εξήγησα ότι δε θέλω να μπλέξω την προσωπική μας σχέση, με οποιαδήποτε άλλη. Mάλλον δεν το κατάλαβες. Θεώρησες ότι έχεις την δύναμη να αντιμετωπίσεις τα προβλήματα που θα προκύψουν, μπερδεύοντας τους ρόλους. Eγώ δεν ήμουν έτοιμη. Όμως αφού το ήθελες αναγκαστικά θα το αντιμετώπιζα μαζί σου.

H μπάλα έφυγε από τα χέρια σου. Για την ακρίβεια μου πέταξες το μπαλάκι. Mε άφησες υπόλογη σε τρίτους για αποφάσεις που δεν είχα πάρει εγώ. Eίχες βασιστεί σε μένα (χωρίς να μου το πεις), ενώ εγώ δεν άντεχα το βάρος. Bρέθηκα να απολογούμαι για δικές σου παραλείψεις.

Kαι όταν ήρθε η στιγμή να με στηρίξεις στο μοναδικό πράγμα που είχαμε πει και είχαμε συμφωνήσει από την αρχή να μην αλλάξει, δεν ήσουν εκεί. Kαι είπα, OK, ξεχάστηκε, μπερδεύτηκε, να δούμε τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα.

Tι επιλογές έχω;

Δεν έχω; Έχεις επιλέξει εσύ για μένα; Λυπάμαι… όχι εσένα, εμένα. Που πίστεψα αυτό που ήθελα.

Το Σαββατοκύριακο ξεκινούσε με άσχημες προϋποθέσεις. Ένα λάθος στη δουλειά, μου στοίχισε την ηρεμία μου. Σε άλλους βέβαια, στοίχισε πολύ περισσότερα, οπότε δεν παραπονιέμαι. Τσαντίζομαι. Με τον εαυτό μου. Γιατί ξέρω ότι η συγκεκριμένη γυναίκα έχει δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να κάνω λάθος και δεν ήθελα να της “επιτρέψω” να μου την πει. Είχε όμως δίκιο. Και παρόλο που τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους πια, εγώ είχα σκάσει. Γυρίζω σπίτι και πέφτω για ύπνο. Ναι. Η ώρα ήταν 8. Θα κοιμόμουν λίγο και μετά θα πήγαινα οπωσδήποτε στο χορό. Δεν είχα όρεξη αλλά έπρεπε να το πολεμήσω. 

Χαλάρωσα λίγο. Όσο βέβαια έφερνα στο μυαλό μου το λάθος, έπεφτα. Έπρεπε να κρατάω το μυαλό μου απασχολημένο συνεχώς με κάτι άλλο. Ήρθε το Σάββατο, πήγαμε στην εκκλησία (για τη γιορτή του μπαμπά), φτιάξαμε το κτηματολόγιο (τώρα, δε θα είσαι πια αγχωμένη, ε μαμά; Α! Ξέχασα τώρα θα βρούμε κάτι άλλο…) Ήρθε η Μαφάλντα… Πήγαμε Jumbo. Ψωνίσαμε ένα κάρο βλακείες, αλλά πολύ το χαρήκαμε. Επιστροφή στο σπίτι. Έφτιαξε επιτέλους προφίλ… μας έβγαλε την ψυχή βέβαια.

Χαζολογήσαμε στα blogs – η καθεμιά από τον υπολογιστή της, στο ίδιο δωμάτιο! Πήγαμε σινεμά… Επιστρέψαμε… Κάναμε μπάχαλο τον Μαύρο Πήτ... Συνειδητοποίησα ότι έπαθα ψύξη… Κοιμηθήκαμε (εγώ σε χρόνο dt, αλλά πονούσα και δεν το ευχαριστήθηκα!)

Κυριακή και είχαμε να πάμε σε βάφτιση. Ε, πήγαμε… Επιστρέφοντας κάναμε μια αρμένικη επίσκεψη 😉 με μπόλικη χαζοκουβεντούλα που πολύ χαρήκαμε και επειδή είχαμε πολύ δουλειά (ο λόγος που έμεινε στο σπίτι, δηλαδή) επιστρέψαμε στο σπίτι. Εργαστήκαμε (γκουχ γκουχ) σκληρά για κανα 3ωρο και μετά ξανά μανά “επισκέψεις”, αποστολές – παραδόσεις “δεμάτων” και επιστροφή στο σπίτι.

Το λάθος παραμένει εκεί. Θα το βρω την Δευτέρα το πρωί να μου χαμογελάει. Όμως η διάθεση μου άλλαξε. Για 50 ώρες (περίπου) το λάθος, έκανε στην άκρη. Δεν ξέρω αν τελικά ήταν δημιουργικό το ΣΚ μια και δεν βγάλαμε όση δουλειά θέλαμε. Αλλά μάλλον είχαμε όλοι ανάγκη από λίγη βλακεία… λίγες απορίες (σοβαρές ή όχι)… λίγη χαλάρωση, λίγη ανεμελιά.

Ευχαριστώ. Όσους ήξεραν και όσους δεν ήξεραν… Δεν το “εκβιάσαμε” και βγήκε πιο όμορφο.