Posts Tagged ‘σκέψεις’

Γράφω, σβήνω, γράφω, σβήνω εδώ και πολύ ώρα να γράφω κάτι για δικαιολογήσω την επιλογή. Δε γράφω τίποτα.

Όταν το πρωτοάκουσα λάτρεψα την μελωδία. Mε ταξίδευε σε γνώριμα μονοπάτια. Λάτρεψα τον ρυθμό του. Aπίθανα κοψίματα για έναν υπέροχο χορό. O στίχος απλά ήρθε και έδεσε.

Κοιτάζοντας πίσω, το καλοκαίρι που πέρασε, βλέπω κάποιες μικρές προσωπικές μου νίκες.

1. Κατάφερα να μη σπάσω έναν “όρκο” σιωπής

2. Κατάφερα να μην εκνευριστώ με έναν “κύριο” που – σε απόσταση μικρότερη από 1,5 μέτρο από μένα – έκανε “εργόχειρο”

3. Κατάφερα να μην πάρω ούτε ένα κιλό στις διακοπές (ούτε και να χάσω, δυστυχώς)

4. Κατάφερα να επιστρέψω από διακοπές και να μην χρωστάω τα κέρατά μου.

5. Κατάφερα να μην υποκύψω σε έναν πειρασμό που με τσιγκλούσε.

6. Κατάφερα να μείνω μακριά από υπολογιστή/ιντερνετ περισσότερο από 10 ημέρες.

7. Κατάφερα να μην αγγίξω 3ψήφιο νούμερο στο λογαριασμό του κινητού μου

8. Κατάφερα να εξαντλήσω ΟΛΗ μου την άδεια (βλακεία, αλλά ένας λάθος υπολογισμός μου στοίχισε 3 ημέρες)

9. Κατάφερα να μη σταματήσω το χορό όλο το καλοκαίρι, για περισσότερο από 10 ημέρες (δεν ξέρω αν θα άντεχα και περισσότερο) και …

10. Κατάφερα να επιστρέψω από διακοπές και να μην με πιάσει κατάθλιψη για το τέλος του καλοκαιριού!

Έχω λόγους να χαμογελάω…

(σκέψεις σκόρπιες, με αφορμή μια συνάντηση μετά τις διακοπές)

… γρήγορα λησμονιούνται, λέει ο λαός και δεν είχα λόγο να το αντικρούσω. Όταν ήμουν μικρή, αυτό. Έτσι με τρόμαζαν οι αποχωρισμοί, τα ταξίδια, οι επιστροφές. Φοβόμουν όχι ότι θα ξεχαστώ, αλλά ότι θα ξεχάσω.

Ίσως για να ξεπεράσω το φόβο μου αυτό, η μοίρα που φύλαξε πολλούς αποχωρισμούς, ταξίδια και αρκετές επιστροφές. Έμαθα να μη φοβάμαι πια την δύναμη των συναισθημάτων. Ναι, ξεχνιούνται. Όχι όμως όταν μια σχέση (και δε μιλάω μόνο για ερωτική) είναι δυνατή, έχει βάσεις.

Έχω συναντήσει άτομα μετά από 6 χρόνια απουσίας και μια αγκαλιά τους, ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα αναζωπυρώνει τη σχέση. Σα να μην έλειψαν ποτέ. Στο διάστημα αυτό σίγουρα έχουν αλλάξει πολλά. Έχουν γίνει μανούλες, μπαμπάδες (τελικά μόνο εγώ έμεινα μπακούρι, ρε!) και όμως, ξέρω ότι θα είναι εκεί για μένα. Ξέρουν ότι θα είμαι εδώ γιαυτούς.

Έχω συναντήσει άτομα που μόλις δέκα λεπτά μετά τον αποχωρισμό μας, μου λείπουν ήδη και άλλους που μόλις συμβεί μια αλλαγή στη ζωή τους ή στη ζωή μου, χάνονται. Λογικό. Δε μας έδενε τίποτα περισσότερο από εκείνη τη συγκεκριμένη δραστηριότητα ή γεγονός.

Έχουν επιστρέψει άτομα στη ζωή μου “απαιτώντας” να μην έχει αλλάξει τίποτα. Δεν δέχονται καμία αλλαγή, καμία εξέλιξη. Όμως υπάρχει. Και όσο καλή διάθεση αν έχω, δε μπορώ να δεχθώ ανθρώπους που δε δέχονται την εξέλιξή μου.

Ο χρόνος της “απουσίας” μπορεί να είναι από πολύ μικρός (όταν κάτι βιώνεται έντονα, ο χρόνος μπορεί να μοιάζει τεράστιος) ή πολύ μεγάλος. Έρχεται εκείνη η στιγμή που επιστρέφεις και δεν ξέρεις πως θα σε δεχθεί ο άλλος. Πως θα τον δεχθείς εσύ… Αντέχεις τις αλλαγές, αντέχεις;

Και τότε τα μάτια είναι αυτά που θα σε προδώσουν. Θα μαρτυρήσουν αν ξέχασες ή όχι. Αν χάρηκες ή όχι.

Τα δικά σου μάτια αυτό μου το έδειξαν. Ελπίζω να σου απάντησαν και τα δικά μου.

Το έχω ξαναπει, οι τελευταίες διακοπές του καλοκαιριού, το ταξίδι στην Κρήτη και ειδικά στο Τυμπάκι με βάζουν σε σκέψεις.

Είναι τόσα πολλά και μπερδεμένα αυτά που ένιωσα αυτές τις ημέρες που δεν ήξερα από που να ξεκινήσω.

Μια μικρή περιγραφή της μορφής της παρέας για να μπείτε λίγο στο κλίμα. Είναι ένα παραθεριστικό θέρετρο της αεροπορίας όπου την περίοδο που πηγαίνω εγώ, πηγαίνουν κυρίως οι συνταξιούχοι. Έχουμε λοιπόν, σε πλειοψηφία μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους (γιατί υπάρχουν πάντα και οι νεώτεροι ή οι συνοδοι, τα εγγόνια κ.λ.π.) οι οποίοι έχουν εργαστεί μαζί, έχουν ζήσει τη ζωή τους μαζί και πολλές φορές θυμούνται με συγκίνηση τους ανθρώπους που έχουν φύγει. Οι συνθήκες δεν είναι ιδανικές μια και το στρατόπεδο έχει δυσκολίες. Π.χ. αποστάσεις, σκάλες, ψηλά σκαλοπάτια (ειδικά στα λεωφορεία), παρόλα αυτά το λέει η καρδιά τους.

Ξεκινώντας λοιπόν από το αεροδρόμιο (την ταλαιπωρία και την παραλίγο επικίνδυνη πτήση μας, θα την περιγράψω αργότερα) αρχίζουν και φαίνονται οι δυσκολίες. Ανέβασε μπαγκάζια, κατέβασε μπαγκάζια και όλα αυτά σε ένα αεροπλάνο που για να ανέβεις πρέπει να σκαρφαλώσεις (χάθηκε ο κόσμος να βάλουν μια νορμάλ σκαλίτσα;) Την ώρα της αναμονής εντόπισα έναν κυρίο αρκετά μεγάλο και μεγαλόσωμο με δυσκολία στο περπάτημα. Συνοδευόταν από έναν εξίσου γεροδεμένο νεαρό – προφανώς γιο του. Μου έκανε εντύπωση το πόσο προστατευτικός ήταν αλλά και πόσο σεβόταν την ελευθερία του να παλέψει μόνος του. Σα να ήταν ένα μωρό παιδί που μάθαινε τα πρώτα του βήματα και ο γονίος ήταν εκεί να το βοηθήσει αν χρειαζόταν βοήθεια. Μόνο που οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Ο νεαρός βοηθούσε παράλληλα και όποιον είχε ανάγκη να ανεβάσει και να κατεβάσει τα πράγματα. Διακριτικά πάντα. Τον έβλεπα να στάζει στον ιδρώτα, να σκουπίζεται και πραγματικά τον θαύμαζα.

Λόγω της ταλαιπωρίας με την παρολίγο επικίνδυνη πτήση, οι αντοχές είχαν μειωθεί. Ο μεγαλόσωμος πατέρας δυσκολευόταν να κατέβει από το αεροπλάνο. Χωρίς δεύτερη σκέψη τον παίρνει αγκαλιά ο γιος και τον κατεβάζει. Έκανε το ίδιο ακριβώς και την δεύτερη φορά της επιβίβασης και αποβίβασης. Συγκινήθηκα εκείνη την στιγμή πάρα πολύ. Σκέφτηκα … θυμήθηκα… ανθρώπους παρατημένους.

Καθώς περνούσαν οι μέρες, πατέρας και γιος έβγαιναν καθημερινά μέχρι το χωριό για βολτούλα. Κάποια στιγμή τους είδα στην τραπεζαρία. Ο ηλικιωμένος περπατούσε σαφώς πιο άνετα, πιο καμαρωτά. Του έκανε καλό το περπάτημα. Από δίπλα ο γιος του. Δεν άντεξα, του μίλησα.

– Περδίκι έγινε… Τον θαυμάζω.

– Ε, ας είναι καλά το περπάτημα. Εκείνος λιώνει στο περπάτημα και εγώ απο πίσω του γίνομαι μούσκεμα. Αλλά του κάνει καλό.

– Μπράβο. Συνεχίστε.

Ένα βράδυ πήρε ο γιος το αρμόνιο και έπαιξε μουσική για όλους. Έτυχε και καθόμουν σε σημείο που έβλεπα θάλασσα και μόνο άκουγα. Η μουσική μας ταξίδεψε όλους. Όταν κάποιος από την παρέα του είπε να κάνει ένα διάλειμμα αν θέλει για να φάει, είπε, δεν πειράζει μου αρέσει που βλέπω τα πρόσωπα τους να γελούν… θα φάω αργότερα.

Eίμαι σχεδόν σίγουρη ότι η ατάκα είναι από κάπου κλεμένη, ότι δεν την σκέφτηκες εσύ, όμως αφού προσπαθείς να την υπερασπιστείς με τόσο πάθος, και θα σου πω συγχαρητήρια και θα σου σφίξω το χέρι και θα σε παραδεχτώ.

“Θέλεις να είσαι η μία ή άλλη μία;”

– Tι λες τώρα; Eίπες εσύ τέτοιο πράγμα; Mπράβο βρε παιδί μου και δε σε είχα για τόσο συγκροτημένο (και αρχειοθετημένο αν προτιμάς, χαχαχα). Eίσαι πολύ ώριμος για την ηλικία σου, εύγε! (Δεν μπορείτε να πείτε, το έχω…) Φαντάζομαι, θα πετάει στα ουράνια η άλλη ε;

– H άλλη δεν είμαι σίγουρος αν το καταλαβε.

– (ενώ εσύ, το είχες δουλέψει πολύ ε;) Tι εννοείς;

– Mου είπε ότι υπάρχει και η επιλογή του να είμαι η καμία.

– Oρίστε; Όντως δεν το κατάλαβε. Eκτός αν ήθελε να σου πει ευγενικά … “άντε γεια!”

Άρχισε ένας παραλογισμός που κανείς δεν καταλάβαινε τι έλεγε και τι άκουγε. Όμως ο προβληματισμός ήρθε.

– Tα παλιά τα χρόνια, σκοπός μιας γυναίκας ήταν να γίνει η μία. Ή τέλος πάντων αν είχε επιλογή  δε θα επέλεγε να γίνει άλλη μία. Tι άλλαξε; Tα πάντα στο βωμό της εμπειρίας;

Ίσως είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που έχει το δικαίωμα να θίξει ένα τέτοιο θέμα αλλά έχω στενοχωρηθεί και νευριάσει τόσο πολύ, που θα το τολμήσω.

Γνώρισα την Κ. όταν έμπαινε στην εφηβεία (εγώ ήμουν αρκετά μεγαλύτερη). Από τις πρώτες επαφές μου με το παιδί (γιατί ήταν παιδί, και συμπεριφορόταν ανάλογα) κατάλαβα ότι υπήρχε πρόβλημα στην οικογένεια. Είχε την τάση να προσκολάται πάνω σε όποιον της μιλούσε, ζητούσε συνεχώς επιβεβαίωση ότι την αγαπούν και στενοχωριόταν πολύ εύκολα.

Πολύ σύντομα γνώρισα και την μητέρα της. “Μπήκα” μέσα στην οικογένεια. Η εικόνα δεν διέφερε και πολύ από αυτή που είχα φανταστεί. Σκληρά εργαζόμενη γυναίκα, η οποία είχε δώσει τα πάντα για τα παιδιά της, τους έδειχνε την αγάπη της με έναν ιδιαίτερο τρόπο (συμπεριφερόμενη στα παιδιά, σα να ήταν μωρά), δε δίσταζε να σου “ανοίξει” την καρδιά της, να σου μιλήσει για τον άφαντο πατέρα, για το πόσο πολύ αγαπάει τα παιδιά της (το έλεγε τόσο συχνά, που την πρώτη φορά νόμιζα ότι ήθελε να το μάθει παπαγαλία), για το ότι δεν την ακούνε, για το πόσο πολύ αγαπάει τα παιδιά της (το ξαναείπαμε ε;). Εμένα όλο αυτό το περιβάλλον “αγάπης” μου έκανε κάτι.

Δεν είχα λόγο όμως να αμφισβητώ τα λεγόμενά της.

Μεγαλώνοντας η Κ. πολλές φορές είχε γίνει κουραστική. Της μίλησα. Σκληρά. Θεώρησα ότι έπρεπε να το κάνω. Ήμουν ένα άτομο που εμπιστευόταν, δεν υπήρχε λόγος να της λέω αυτά που ήθελε να ακούσει. Το ήξερε ότι την αγαπούσα. Κατά διαστήματα απομακρυνόταν. Επέστρεφε πάντα να μου πει τα νέα της.

Μου τηλεφώνησε να μου πει ότι πάει στο νησί να γνωρίσει τα … πεθερικά της. Συζητήσαμε. Προσπάθησα να την αποτρέψω, να γλυτώσω την φουρτούνα που έβλεπα ότι ερχόταν. Δε με άκουσε. Η μητέρα της εξάλλου ήταν σύμφωνη με το ταξίδι (γιατί να είναι παράλογο άλλωστε, 1 μήνα γνωρίζονταν τα παιδιά) οπότε εμένα δε μου έπεφτε λόγος. Δύο μέρες αργότερα, τηλεφώνησε κλαίγοντας. Έφευγε άρον άρον από το νησί. Τόλμησα να την ρωτήσω αν έχει μιλήσει με την μητέρα της.

– Μίλησα, πιστεύει ότι εγώ φταίω.

Ξαναχάθηκε… Μόνο τηλεφωνούσε που και που για να δει τι κάνω (νοιώθω πολύ γριά όταν με ρωτάει “εσύ είσαι καλά; όλα εντάξει;”) και να μου πει τα νέα της. Την μητέρα της την έβλεπα που και που και ποτέ δεν ξεχνούσε να μου πει πόσο αγαπάει τα παιδιά της και τι θυσίες έχει κάνει για αυτά.

Σήμερα όμως το τηλεφώνημα ήταν διαφορετικό. Όλο αγωνία ζήτησε να μιλήσουμε. Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει. Πρόσφατα είχε λογοδοθεί. Είχα “υποψιαστεί” τα προβλήματα. Ήταν αλλοδαπός. Δεν ήθελα να ακούσω ότι χώρισε…

– Αρραβωνιάστηκα μου είπε όλο χαρά.

– Αχ, μπράβο. Πολύ χαίρομαι. (χαιρόμουν πολύ περισσότερο από όσο την άφησα να καταλάβει)

Μιλήσαμε λίγο περί ανέμων και υδάτων. Ήξερα ότι ήθελε κάτι άλλο να πει…

– Ξέρεις, με τη μαμά δε μιλάμε πια.

Η βόμβα έπεσε. Ενώ είχε πολύ καλές σχέσεις με τον γαμπρό της, κάποια στιγμή κάτι στράβωσε και ήρθε η ρίξη. Το πρόβλημα ήταν η εθνικότητα, τελικά. Τους έκανε πόλεμο. Ο μπαμπάς της (που – σύμφωνα με την μητέρα της – τους είχε παρατήσει, είχε αναλάβει την μικρή της αδελφή (μαθήτρια Λυκείου). Ορίστε; Μα πως;

Δε σου είπα, την έδιωξε η μαμά από το σπίτι. Άργησε 2 φορές, μισή ώρα… Το τηλέφωνο με το ζόρι το κρατάω. Με ρωτάει αν έχω ακούσει ξανά τέτοιες ιστορίες. Τολμώ να της πω “σε μεσημεριανή εκπομπή μόνο” και αμέσως καταλαβαίνω ότι είπα βλακεία. Γέλασε. Μου είπε και άλλα για σχέσεις, περιουσίες… Κλείσαμε το τηλέφωνο. Ένοιωσα τόσο ανήμπορη να την βοηθήσω. Τόσο ανήμπορη να της πω κάτι… Και τόσο, μα τόσο θυμωμένη.

Για το πρώτο μέρος  εδώ.

Πήρε την ανθοδέσμη στα χέρια της και χαμογέλασε. Διάβασε την κάρτα.

– Ο τρελός…

Κοιτάζει το ρολόι της. Η ώρα ήταν 12. Είχε μόλις 8 ώρες για να γίνει μια κούκλα.

“Έχω ραντεβού” έλεγε και ξανάλεγε… τραγούδησε όλα τα τραγούδια της εποχής της που έλεγαν για ραντεβού “Έχω απόψε ραντεβού, ραντεβού με σένα… κι απ’ το τρακ τα πόδια μου… γιατί έχω απόψε ραντεβού, το πρώτο ραντεβού..”

Το θυμόταν το πρώτο τους ραντεβού. Την είχε πάρει τηλέφωνο στη δουλειά.

– Έχω εισιτήρια για μια συναυλία απόψε, θέλεις να έρθεις μαζί μου;

Πήγε. Συναυλία δεν άκουσε όμως. Τώρα που το θυμήθηκα να τον ρωτήσω για ποια συναυλία ήταν τα εισιτήρια…

Κάθισαν να χαζέψουν την θέα. Πήραν και ένα ποτό, δεύτερο… Πέρασαν όμορφα. Από την αρχή της είχε κάνει εντύπωση. Ναι, της άρεσε.

Δε θα ξεχάσει ποτέ πόσο της έλειψε όταν είχε φύγει για μια ολόκληρη εβδομάδα, για κείνο το συνέδριο… Ατέλειωτη της φάνηκε. Κάθε μέρα μιλούσαν όμως στο τηλέφωνο. Δήθεν να της λέει τι έγινε στο συνέδριο μήπως τα ξεχάσει. Άκουγε… Αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα. Της άρεσε απλά να τον ακούει.

Στο τέλος της εβδομάδας δεν άντεξε. Πήρε το αεροπλάνο και πήγε. Θα του έκανε έκπληξη. Τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να ήταν με άλλη και να μου έκανε έκπληξη. Τι αφελής που ήμουν… Πέρασαν πολύ ωραία όμως. 12 ώρες ήταν συνέχεια μαζί!

– Πω πω πέρασε η ώρα και έχω ραντεβού…

Έβαλε τα αγαπημένα της ρούχα, έφτιαξε τα μαλλιά της, βάφτηκε και ξεκίνησε. Είχε τράκ. Το πρωί είχαν τσακωθεί λιγάκι. Τώρα που το σκέφτεται ο λόγος ήταν ασήμαντος…

Ήταν στο ραντεβού στην ώρα της. Την πήρε από το χεράκι, και περπάτησαν μαζί δίπλα στη θάλασσα.

– Ξέρεις, σκεφτόμουν σήμερα… για το πρωί.

– Ξέχνα το πρωί. Ζήσε το τώρα.

– Φοβάμαι μη σε συνηθίσω. Δε θέλω να σε συνηθίσω.

– Θυμήθηκα εκείνο το τραγούδι που πάντα σε νευρίαζε…

” Και δε θα γυρίσεις

μα θα θυμάμαι, καμιά φορά

πως μόνο μαζί σου

όλα μοιάζαν, σαν πρώτη φορά”

– Σςςςς! Εγώ όμως δε θα φύγω…